1.2.11

ΠΕΡΑΧΩΡΑ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΕΤΑΡΤΗ


Το τετράγωνο είναι πύλη για τον μεγάκοσμο. Κατ' όναρ, μια περιστρεφόμενη σκηνή ανοίγει. Ίχνη από βήματα οδηγούν σε πεδαίχμιους τόπους. Στην όραση το όρος ανατέλει και το όριο –ανοίγει μια πόρτα στη Χώρα των Αναλογιών.

Η Υπερβορεία σε μια κοιλάδα της Τρανσιλβανίας
Ο Ουρανός των Φιλοσόφων μέσα σε ένα κάστρο
Το Ρόδο σε έναν μυστικό κήπο στη μέση του Παρισιού και του Καΐρου
Το Άβαλον μέσα σε ένα μοναστήρι

Οι εικόνες των ονείρων, και τα όνειρα με τα μάτια ανοιχτά, είναι αληθινές εικόνες που υπάρχουν μέσα στο φως.

Έναστρα τα καραβάνια της Υεμένης
Οι Καμηλιέρηδες του Αοράτου
σε Χρυσή Γη ξεδιψούν

Το τετράγωνο είναι η πύλη για τον μεγάκοσμο. Αλλά ο μεγάκοσμος δεν είναι τετραγωνικός.

Η Μεγάλη Μοναχική περιπλανώμενη
τα ίχνη σβήνουν
κι η Γη στο φως του ονείρου
μένει και πλέει

Ο ονειρευτής ψάχνει να βρει καταβολές μυστικές, και ονειρεύεται ότι ξύπνησε.

Όντα απ' τον Κόσμο του Θαυμαστού
την ύλη των ονείρων ψαύουν
Κι ο Μεγαλιθολόγος σημειώνει βιαστικά:
Διάσταση Τετάρτη, η πέτρα...

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΟΥΜΑΝΗΣ

2.1.11

FINIS GLORIAE MUNDI




Ένα τρίτο βιβλίο έπρεπε να συμπληρώσει και να κλείσει την τριλογία του Fulcanelli, που εγκαινιάστηκε το 1926 με το Le Mystère des Cathédrales (Το Μυστήριο των Καθεδρικών) και συνεχίστηκε το 1930 με το Les Demeures Philosophales, που σε πρόχειρη απόδοση σημαίνει «Οι Φιλοσοφικές Κατοικίες» (πλησιέστερη όμως στην ερμητική γλώσσα του Fulcanelli θεωρώ ότι θα ήταν η απόδοση: Οι Οίκοι της Γνώσεως). Το τρίτο βιβλίο ο Fulcanelli το εμπιστεύθηκε αρχικώς στον Eugène Canseliet, αλλά στη συνέχεια αρνήθηκε να προχωρήσει στην έκδοσή του και το ζήτησε πίσω για να το καταστρέψει –άγνωστο γιατί. Λιγοστές διάσπαρτες σελίδες απέμειναν στον Canseliet από το χειρόγραφο, μερικές από τις οποίες εκδόθηκαν στη συνέχεια στο τέλος του Les Demeures Philosophales, σε μια επόμενη έκδοση. Λίγο μετά τον θάνατο του Canseliet το 1982, η Isabelle Canseliet, μαζί με τον αλχημιστή Jean Laplace, εντόπισε στο αρχείο του πατέρα της ορισμένα έγγραφα που σχετίζονται με το εξαφανισμένο τρίτο βιβλίο. Ένα από αυτά, που φυλασσόταν χωριστά, περιείχε μια σύνοψη, ένα είδος καταλόγου περιεχομένων του έργου. Έξι χρόνια μετά, το 1988, ο Laplace αποκάλυψε αυτό το έγγραφο με μια δημοσίευση στο τεύχος 31 του περιοδικού La Tourbe des Philosophes, που διηύθυνε ο ίδιος. Στο περιοδικό αυτό, ο Canseliet είχε ήδη αποκαλύψει, δέκα χρόνια πριν, τον τίτλο του χαμένου τρίτου βιβλίου του Fulcanelli, που είναι στα λατινικά: Finis Gloriae Mundi, Το Τέλος της Δόξας του Κόσμου.

Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στη διδασκαλία των κοσμικών κύκλων. Μεταφράζω  τη σύνοψη του Finis Gloriae Mundi, καθώς ορισμένοι από τους τίτλους παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον:

(Μέσα σε αγκύλες, προσθέτω ορισμένες απαραίτητες διευκρινίσεις)

Κεφ.1o.  
Η παρακμή του πολιτισμού μας και η κατάπτωση των ανθρώπινων κοινωνιών.
Θρησκευτική δυσπιστία και μυστική [mystique] ευπιστία.
Ολέθριες συνέπειες της επίσημης διδασκαλίας [με μια λιγότερο ευρεία έννοια: της κρατικής εκπαίδευσης].
Κατάχρηση των απολαύσεων από φόβο του επερχόμενου.
Ο φετιχισμός στην εποχή μας.
Πλέον ισχυρά σύμβολα του άλλοτε στην υλιστική αντίληψη.
Αβεβαιότητα του αύριο.
Δυσπιστία και καχυποψία γενικευμένες.
Η μόδα και τα αποκαλυπτικά της καπρίτσια.
Οι άγνωστοι μυημένοι κυβερνούν μόνοι.
Το Μυστήριο βαραίνει στις συνειδήσεις.

Κεφ.2o. 
Γήινες μαρτυρίες του τέλους του κόσμου.
Οι τέσσερεις εποχές.
Οι διαδοχικοί κύκλοι αποτυπωμένοι στα γεωλογικά στρώματα.
Απολιθώματα.
Χλωρίδα και πανίδα εξαφανισμένες.
Ανθρώπινοι σκελετοί.
Η Ασιατίδα [Asiatide].
Μνημεία της λεγόμενης προϊστορικής ανθρωπότητας.
Κρόμλεχ.
Κηροπήγιο τριών σταυρών.

Κεφ.3o
Τα κοσμικά αίτια της αντιστροφής των πόλων.
Το σύστημα του Πτολεμαίου.
Η Αλμαγέστη.
Λάθος του συστήματος του Κοπέρνικου υποδεικνύεται από τον πολικό αστέρα.
Μετάπτωση των ισημεριών.
Κλίση της εκλειπτικής.
Ανεξήγητες διακυμάνσεις του μαγνητικού πόλου.
Ηλιακή άνοδος στο ζενίθ του πόλου και επιστροφή κατ’ενάντια φορά που προκαλεί την αναστροφή του άξονα, τον κατακλυσμό και την τήξη στην επιφάνεια της υδρογείου σφαίρας.


Το πρώτο κεφάλαιο περιέχει τίτλους αν μη τι άλλο προκλητικούς: «Κατάχρηση των απολαύσεων από φόβο του επερχόμενου», όπου φαίνεται ότι γίνεται μια κατάδυση στη σκοτεινή ψυχική ζώνη του λεγόμενου πολιτισμένου κόσμου. Η προαίσθηση του επερχόμενου, που υπονοείται, αφορά ένα είδος «μνήμης» που διαπερνάει όχι μία αλλά περισσότερες από μία γενιές. Γιατί  «Το Μυστήριο βαραίνει στις συνειδήσεις», όπως λέει ένας άλλος τίτλος που θα μπορούσε να είναι ο τίτλος ενός ολόκληρου βιβλίου (αλλά «Human kind cannot bear very much reality» όπως έγραφε ο Έλιοτ). Η πιο καταπληκτική φράση του καταλόγου είναι βέβαια εκείνη στην οποία τόσο λακωνικά λέγεται ότι «Οι άγνωστοι μυημένοι κυβερνούν μόνοι». Στον Fulcanelli είχε συμβεί κάτι πολύ παράξενο μετά τη συγγραφή του Μυστηρίου των Καθεδρικών.
Ο τίτλος «Η μόδα και τα αποκαλυπτικά της καπρίτσια» παραπέμπει στην οπτική γωνία από την οποία αναπτύσσει ο Ρενέ Γκενόν την κριτική του στον σύγχρονο κόσμο στο βιβλίο Η βασιλεία της ποσότητας και τα σημεία των καιρών (1945), ενώ ο τίτλος «Πλέον ισχυρά σύμβολα του άλλοτε στην υλιστική αντίληψη» δείχνει να παραπέμπει στο δυσδιάκριτο φαινόμενο που ο Γκενόν αποκαλεί με τον όρο αντι–μύηση [contre-initiation]. Σχετικό με την «παρωδία της πνευματικότητας», ή τη Μεγάλη Παρωδία, για να χρησιμοποιήσω έναν άλλον όρο του Γκενόν, θα ήταν και το υποκεφάλαιο με τον τίτλο «Θρησκευτική δυσπιστία και μυστική ευπιστία», που φαίνεται να αναφέρεται στη θρησκευτική παρακμή αλλά και στα αποκρυφιστικά και ψευδο-μυστικιστικά ρεύματα. Το New Age δεν είναι το βασίλειο της ευπιστίας;  
Το δεύτερο κεφάλαιο καταδύεται στην προϊστορία και καθώς στα δημοσιευμένα κείμενα του Fulcanelli υπάρχουν διάσπαρτες σχετικές αναφορές, δεν είναι δύσκολο να σχηματίσουμε μια γενική εικόνα. Ως έναν βαθμό, αυτό ισχύει και για το τρίτο κεφάλαιο.
Το τρίτο κεφάλαιο φαίνεται ότι θα ήταν εκείνο που θα δικαίωνε τον τίτλο του βιβλίου, καθώς αναφέρεται στην περίφημη αντιστροφή των πόλων, την οποία ο Fulcanelli προσδιόρισε χρησιμοποιώντας μια λέξη από την καθομιλουμένη, τη λέξη bouleversement, που σημαίνει αναστάτωση, ανατροπή, κλονισμός, ενώ κατά λέξη σημαίνει το αναποδογύρισμα της μπάλας. Μένει πιστός έτσι σε μια πρακτική που ακολουθούν από πάντα εκείνοι που μιλούν τη γλώσσα των πουλιών, σύμφωνα με την οποία λέξεις παρμένες από την απτή αισθητηριακή πραγματικότητα της καθημερινότητας χρησιμοποιούνται για να σημάνουν μερικές από τις πιο δύσβατες συμβολικές έννοιες. Έχω αναφερθεί αλλού στο παράδειγμα του Πλάτωνα και στη χρήση της λέξης πεδίον (πεδιάδα), από την οποία φτάνει να σχηματίσει την έννοια αληθείας πεδίον, με την οποία αναφέρεται σε μια ψυχική και κοσμική ενδοχώρα. 

Το bouleversement του Fulcanelli έχει άραγε στα ελληνικά κάποιο αντίστοιχο; Κάτι τέτοιο είναι αδύνατον όταν μια λέξη εμπεριέχει σημασίες που μπορούν να διαβαστούν μόνον με τη μέθοδο του φωνητικού συμβολισμού, δηλαδή χωρίς αναφορά στην ετυμολογία. Και αυτή είναι η περίπτωση, γιατί στη λέξη bouleversement κρύβεται η λέξη Verseau, Υδροχόος. Θεωρώ, χωρίς αμφιβολία, ότι με την επιλογή  της λέξης αυτής ο Fulcanelli αναφέρεται στον κρυφό συμβολισμό του Υδροχόου, που είναι η διάλυση, με την αλχημική έννοια –το αντίστοιχο στη μυθική γλώσσα είναι ο κατακλυσμός, το ύδωρ είναι το σύμβολο της διάλυσης. Αυτός είναι ο ουσιαστικός συμβολισμός του Υδροχόου, τελείως αντίθετος από τη διαδεδομένη και παραπλανητική αναπαράσταση της «Εποχής του Υδροχόου», κάτι που έχει επισημάνει, όχι χωρίς λόγο, και ο Jean Parvulesco, όπως  αναφέρω σε σχετική μελέτη που αφιέρωσα ειδικά σε αυτό το ζήτημα. Ένα ακριβές αντίστοιχο του bouleversement στα ελληνικά δεν είναι επομένως δυνατόν  να βρεθεί, το οποίο  να περιλαμβάνει όλο το γλωσσικό παιχνίδι  που ενεργοποιεί η συγκεκριμένη λέξη για έναν Ερμητιστή (η λέξη semer, σπέρνω, παίζει επίσης, όπως παίζουν και οι σχετικές semence, σπέρμα και semeur, σπορέας, και  πάει μακριά η μπάλα...). Υπάρχουν όμως αναλογίες σημαντικές ώστε να πλησιάσουμε την πρωτότυπη έννοια που κρύβεται, και φανερώνεται, στη λέξη. Για παράδειγμα, μια αναλογία είναι το άνω ποταμών του Ευρυπίδη, από χορικό της Μήδειας, που έχει περάσει και στην καθομιλουμένη. Μιλάει για τους ιερούς ποταμούς, που αλλάζουν τη φορά τους και επιστρέφουν στις ιερές πηγές. Είναι ένας συμβολικός υπαινιγμός που  γίνεται από τον χορό των γυναικών για να εικονοποιηθεί η ανατροπή της τάξης του κόσμου (και Τραγωδία δεν υπάρχει χωρίς την ανατροπή και χωρίς την αποκατάσταση σε άλλο, ασύλληπτο για τους θνητούς επίπεδο, της τάξης του κόσμου). Μια άλλη, εξίσου ζωντανή αναλογία στα ελληνικά, προέρχεται και αυτή από την ποιητική γλώσσα, από ένα ποίημα  που δεν έχει γραφτεί από κάποιον αρχαίο αλλά φαίνεται να αναφέρεται στον στίχο ενός αρχαίου, στον στίχο του Αρχίλοχου γίγνωσκε δ’οίος ρυθμός ανθρώπους έχει, «μάθε ποιος ρυθμός του ανθρώπους κρατεί». Είναι το γνωστό ποίημα  του Βιζυηνού,  Το Φάσμα μου:

...Σαν μ’ αρπάχθηκε η χαρά
που εχαιρόμουν μια φορά,
έτσι σε μιαν ώρα,
μες σ’ αυτή την χώρα,
όλα αλλάξαν τώρα!

Και από τότε που θρηνώ
το ξανθό και γαλανό
και ουράνιο φως μου,
μετεβλήθη εντός μου
και ο ρυθμός του κόσμου.


Bouleversement είναι η «εντός μου» μεταβολή του «ρυθμού του κόσμου»...

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΟΥΜΑΝΗΣ

σημείωση: στο πλαστό Finis Gloriae Mundi που κυκλοφόρησε με ευθύνη του Jacques d'Arès δεν υπάρχει κανένας λόγος να αναφερθούμε...


στη φωτογραφία η Κόκκινη Πύλη της Παναγίας των Παρισίων, κατά παράδοση το σημείο συνάντησης των αλχημιστών

26.12.10

PUTREFACTIO


Πρόσφατα κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο, σε άσχετες μεταξύ τους σελίδες,  αυτές οι εικόνες:


Όταν τις είδα, θυμήθηκα κάτι που είχε πει ο Eugène Canseliet. Ο Canseliet, μοναδικός μαθητής του Fulcanelli και ένας από τους τελευταίους ελάχιστους αυθεντικούς εκπροσώπους της Ερμητικής Παράδοσης, είχε κάποτε –σε ανύποπτο χρόνο– σημειώσει κάτι αινιγματικό: ότι ο πυρσός που κρατάει το άγαλμα της Ελευθερίας θα πέσει, γιατί αντιτίθεται στους νόμους της Φύσεως...

Για την Ερμητική οπτική των πραγμάτων, ο κόσμος βρίσκεται σε φάση σήψης, αποσύνθεσης – στην αλχημική ορολογία ονομάζεται με τον λατινικό όρο putrefactio. Για τον αλχημιστή που στέκεται πάνω από τον μικρόκοσμό του, παρατηρώντας γεμάτος θαυμασμό όσα συντελούνται μέσα στο δοχείο, η putrefactio είναι μια διαδικασία απαραίτητη στη μεταμόρφωση της Ύλης, στη μεταμόρφωση του κόσμου. Όμως ποτέ, οι ελάχιστοι αληθινοί αλχημιστές που βγήκαν να μιλήσουν στους ανθρώπους του εικοστού αιώνα για αυτή την «εσχατολογική» διάσταση της Αλχημείας, ποτέ δεν έδωσαν τροφή σε μάταιες ελπίδες και φαντασιώσεις. Ποτέ δεν είπαν στους ανθρώπους του καιρού τους ότι η αναγέννηση του κόσμου είναι κάτι που θα συμβεί στην εποχή τους. Το ίδιο και οι λιγοστοί εκπρόσωποι των άλλων  γνησίων παραδοσιακών ατραπών, όπως ο Ρενέ Γκενόν, τόνισαν ευθύς εξαρχής ότι η μεγάλη αλλαγή που πρόκειται να γνωρίσει ο κόσμος δεν αφορά τη δική τους ή τις επόμενες γενιές, αλλά μια άλλη ανθρωπότητα που θα αναδυθεί από τις στάχτες αυτού του κόσμου...

Η διαφορά από τον ανεδαφικό οπτιμισμό των κηρύκων της «νέας εποχής» είναι βεβαίως αβυσσαλέα. Γιατί είναι διαφορά στον προσανατολισμό ολόκληρης της υπάρξεως. Και από εκεί θα έπρεπε να αρχίσεις κανείς, από αυτή τη διαφορά προσανατολισμού, όπως διαφαίνεται σε γενικές γραμμές, αλλά και όπως αποκαλύπτεται σε διάφορες λεπτομέρειες.

Τις αντιρρήσεις που ενδεχομένως εγείρουν τα συχνά παράδοξα λόγια των αλχημιστών και των άλλων Τρελών, ότι διασπείρουν την απαισιοδοξία, καλλιεργούν την παθητικότητα και τα λοιπά, δεν θα μπω στη διαδικασία να τα σχολιάσω. Είναι απλές εκλογικεύσεις, τρικ του μυαλού, δηλαδή αυτό ακριβώς που θα ήθελα να αποφύγω. Προτείνω αντίθετως να μπει κανείς στον κόπο να δει τί λέει σχετικά, και γιατί το λέει, ο Jean Parvulesco:

«Το Ιερό έχει εξαφανιστεί από την καθημερινή πραγματικότητα του σύγχρονου κόσμου και είναι τελείως φανερό ότι ζούμε στο Τέλος των Καιρών, όμως το Ιερό δεν έχει χαθεί (εφόσον θεωρητικά δεν θα μπορούσε να χαθεί, καθώς είναι αιώνιο) αλλά μεταφέρθηκε σε μια νυχτερινή, αόρατη προβολή, και είναι τώρα έτοιμο να κατέβει στον ανθρώπινο φυσικό κόσμο σε μια τρομερή αποκαλυπτική στιγμή του απογείου της Ιστορίας, σε ένα σημείο κατά το οποίο ο κόσμος, που ξέχασε την πνευματική του φύση και το απαρνήθηκε, θα αναγκαστεί να το συναντήσει σε μια αιφνίδια αστραπή Αποκάλυψης…»

        (Parvulesco, À bout de souffle)

Για την υποτιθέμενη «νέα εποχή», όπως και αν τη φαντάζεται ή τη φαντασιώνεται κανείς, είχα γράψει δυο λόγια παλιότερα, σε μια συζήτηση για το «2012», στο antidogma.gr, πάνε πάνω από δύο χρόνια. Θα τα επαναλάβω εδώ καθώς μου φαίνεται ότι δεν είναι ανεπίκαιρα και είναι καλώς διατυπωμένα. Έγραφα πως είναι αρκετά περίεργο, ότι ενώ ο σημερινός πολιτισμός καταρρέει, γιατί βασίζεται σε ψεύτικες ιδέες, χωρίς επαφή με την πηγή της ζωής, είναι ακόμη συγκριτικά λίγοι εκείνοι που το συνειδητοποιούν πλήρως, παρόλο που οργανώθηκε ένα ολόκληρο συμβάν για να επισημοποιηθεί αυτό που ήταν ήδη ένα γεγονός σε εξέλιξη. Το συμβάν που υπονοείται είναι φυσικά η επίθεση στους Δίδυμους Πύργους. Ο δάκτυλος πίσω από την οποία δεν νομίζω ότι είναι οι «τρομοκράτες», ούτε εκείνοι που λένε οι διάφορες θεωρίες συνωμοσίας. Είναι κάτι που ξεπερνά τη φαντασία.

Τα σημάδια του μελλοντικού κόσμου δεν διακρίνονται ακόμη καθαρά, και δεν μπορεί να πει κανείς ότι αυτό θα αλλάξει στο προσεχές μέλλον, μέχρι να κοπάσει ο θόρυβος που παράγει ο σημερινός κόσμος στην προσπάθειά του να μην διαλυθεί...έγραφα τότε. (Τώρα, το ζούμε όλοι, ο θόρυβος αυτός έχει γίνει πιο εκκωφαντικός από ποτέ. Και αρχίζουν να τον ακούν, θέλουν δεν θέλουν, και όσοι προσποιούνται ότι δεν τον ακούν). Και συνέχιζα, κλείνοντας την παρέμβασή μου: τα περί 2012 λοιπόν τα μηχανεύονται όσοι νιώθουν την ανάγκη να διακηρύξουν κάποιον υποτιθέμενο θρίαμβο για τον σημερινό πολιτισμό, που βρίσκεται υπό κατάρρευση... Σήμερα, δεν ξέρω πόσοι ακόμη κατά βάθος πιστεύουν σε έναν τέτοιον θρίαμβο, όταν μέρα με την ημέρα η ανοίκεια πραγματικότητα του κόσμου ξεπροβάλει με τέτοια αιχμηρότητα. Βέβαια, το παράδοξο είναι ότι το ανοίκειο της πραγματικότητας περνάει κυρίως μέσα από την εικόνα, από το εικονικό που έχει κατακλύσει τα πάντα και έχει μεταλλαχθεί σε μια τρομοκρατία της εικόνας, στην οποία συνδυάζονται η φαντασμαγορία της «νέας εποχής» και η «συντέλεια του κόσμου». Αλλά αυτό ακριβώς δεν είναι χαρακτηριστικό σύμπτωμα της σημερινής κατάστασης;

Από το μέλλον, ή το άλλο μέλλον, απ’ τη μεγάλη Αρχή, δεν είμαστε αποκλεισμένοι. Δεν είναι στο χέρι μας. Ανήκουμε στο μέλλον, χωρίς να το έχουμε αποφασίσει. Ανυπόφορο για όσους λατρεύουν  ακόμη ψεύτικους θεούς... Μέλλον είναι μια λέξη για το απρόοπτο. Και απρόοπτο μια λέξη για το ανοίκειο: ο χρόνος, απ’όλες τις έννοιες η πιο αφηρημένη, η πιο ακατάληπτη, είναι κατ’ουσίαν αδύνατον να αναπαρασταθεί. Και να φανταστεί κανείς ότι είναι με τον χρόνο που άνοιξαν τόσα και τόσα μονοπάτια...

11.12.10

ΠΑΡΑΔΟΣΗ: ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΔΡΟΜΟΣ


Simon Pasieka, Gold, 2009

Ένα από τα πιο παράξενα που μπορεί να συναντήσει κάποιος πάνω σε αυτή τη Γη, είναι η ύπαρξη εκείνου που ονομάζεται Παράδοση. Όταν ακούς αυτή τη λέξη, το πρώτο που έρχεται στο νου είναι κάτι που έρχεται από το παρελθόν, από ένα  παρελθόν μακρινό, ανεξιχνίαστο –και έτσι είναι: κάτι το αδιευκρίνιστα άγνωστο αλλά και οικείο ρίχνει τη σκιά του –μικρή ή μεγάλη– πάνω στο παρόν,  στο εκάστοτε παρόν. Το παρόν εμφανίζεται σημαδεμένο από το παρελθόν και, σε όχι τελική ανάλυση, αξεδιάλυτα υφασμένο μαζί του. Τόσο που γεννιέται η σκέψη πως «παρελθόν» είναι μια λέξη που ονομάζει κάτι που ποτέ δεν υπήρξε. Περισσότερο και από φάντασμα που στοιχειώνει το παρόν, όλο το παρελθόν δείχνει τότε να εμπεριέχεται στον παρόντα χρόνο. Σαν ποταμός,  το παρελθόν έχει χυθεί στη θάλασσα του δικού μας χρόνου. Τίποτα δεν μένει πίσω. Αυτό που μένει πίσω, είναι αυτό που δεν ήρθε ακόμα, το μέλλον.

Η Παράδοση, εκ πρώτης όψεως, εμφανίζεται με έναν λιγότερο αινιγματικό χαρακτήρα. Παράδοση είναι το σύνολο των πεποιθήσεων, κοσμογονικών, κοσμολογικών, θρησκευτικών,  καθώς και το σύνολο των συμβολικών κωδίκων, των νόμων, των ηθών και των εθίμων, που πάνω τους θεμελιώθηκαν κόσμοι που δεν υπάρχουν πια ή απομεινάρια κόσμων, που σήμερα συμμετέχουν μόνον περιφερειακά ή παθητικά στη ροή του ιστορικού γίγνεσθαι. Η Παράδοση εμφανίζεται έτσι με μια συγκεκριμένη μορφή. Οι διάφορες όψεις της μπορούν να μελετηθούν, να συγκριθούν, να ερμηνευθούν. Αλλά όποια και αν είναι τα σταθερά σημεία αναφοράς –που κι αυτά εύκολα μετακινούνται– το πνεύμα της Παράδοσης, η ουσία της, που διαφεύγει, δεν θα βρεθεί ποτέ με μιας μέσα στους τύπους, μέσα στη μία ή στην άλλη συμβολική μορφή, η οποία μπορεί να ξεγελά κάθε φορά που μοιάζει να προσαρμόζεται στη γενίκευση, στην κατάταξη καθώς και στην εξουσία που ασκεί το προφανές (επειδή ο ρόλος μιας συμβολικής μορφής είναι να παρουσιάζει, να φέρνει στο φως, να φανερώνει, και φανερώνοντας να αποκρύπτει).
Αναζητώντας λιγότερο συμβατικούς ορισμούς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι Παράδοση είναι η Φαντασία των λαών ή -ένας ορισμός που προτιμώ- η Φαντασία μέσα στους λαούς... Αλλά θα  πρέπει να αποκαταστήσουμε τη σημασία αυτής της φθαρμένης λέξης. Φαντασία, ή Imaginatio, δεν είναι μια υποκειμενική λειτουργία, αλλιώς πώς θα μπορούσε να υπάρχει Παράδοση; Ο ιδιωτικός λόγος, η υποκειμενική φαντασία, δεν συνιστά παράδοση. Ούτε παράδοση μπορεί να προκύψει μέσα από κάποιου είδους ομοφωνία, συναίνεση ή συγχρονισμό ανάμεσα σε υποκείμενα, αν και υπάρχουν αρκετές αφελείς και λίγο πολύ μηχανιστικές θεωρίες που υποστηρίζουν κάτι τέτοιο. Η Φαντασία, όπως την εννοώ εδώ, είναι επιστήμη. Ως τέτοια η Φαντασία συνιστά Παράδοση. Ως επιστήμη, και ως τέχνη (δύο έννοιες που συνδέθηκαν στενά από τότε που πρωτοεμφανίστηκαν), η Φαντασία φέρει το πνεύμα της Παράδοσης και εμψυχώνει τις μορφές που την εκδηλώνουν.
Η Φαντασία είναι δύναμη μορφοποιητική. Δεν κατασκευάζει κάτι στο κενό, αλλά φωτίζει τα μονοπάτια της νόησης, της πράξης, της εμπειρίας. Τα μονοπάτια είναι ατέρμονα, και γι’αυτό δυνητικά. Το όριο ανάμεσα στο είναι και το μη είναι δεν είναι κάτι που παγιώνεται μια φορά και για πάντα, όπως το όριο ανάμεσα στο ανθρώπινο και το μη ανθρώπινο δεν είναι ποτέ δεδομένο. Σε αυτό το «ανάμεσα», που πάλλεται, και το οποίο είναι το ίδιο το Ανοίκειο, έρχεται η μορφοποιητική δύναμη της Φαντασίας να σχεδιάσει περιγράμματα και μορφές: να θέσει όρια, για να τα μετακινήσει, να αποκλείσει για να συμπεριλάβει. Ώστε να κρατηθεί, με δυο λόγια, το παιχνίδι ζωντανό, και καθ’οδόν. Το παιχνίδι που συναρτάται με το παράδοξο, που ήδη θίξαμε, ότι το παρελθόν έχει χυθεί στη θάλασσα του δικού μας χρόνου - και χώρου.
Ένας δεύτερος ορισμός, ανιχνευτικός και αυτός, θα μπορούσε να μας δώσει τη δυνατότητα να παραμείνουμε στον ίδιο τόπο: Παράδοση είναι η αρχέγονη γλώσσα των λαών. Αρχέγονη γιατί χωρίς την έλευσή της δεν θα είχε κανένα νόημα να μιλούμε για ανθρώπους, λαούς και παραδόσεις. Αρχέγονη γιατί η ίδια η γλώσσα είναι η έξοδος από τη  Νύχτα, σημαίνει την κοσμική Νύχτα όπως σημαίνει και τη διάνοιξη των μονοπατιών, τη διακλάδωση, την πολλαπλότητα, την έκθεση στον κίνδυνο και τη διακινδύνευση. Την περιπλάνηση στα διαρκώς μετακινούμενα όρια του είναι και του μη είναι.

Σε ποιό βαθμό, ίχνη αυτής της αρχέγονης εξόδου, της αρχέγονης περιπλάνησης και του παιχνιδιού, μπορούν να βρεθούν σε ό,τι έχει απομείνει από την Παράδοση και σε ό,τι μπορούμε να μελετήσουμε από την Παράδοση; Ένα τέτοιο ερώτημα δεν μπορεί να απαντηθεί αν πρώτα δεν έχουμε αναγνωρίσει ότι και εμείς, σήμερα, αποτελούμε μέρος της ίδιας αρχέγονης πορείας και ότι στην πραγματικότητα τίποτα δεν έχουμε παγιώσει, παρά τις επιταγές των εξουσιαστικών μηχανισμών και παρά τις ψευδαισθήσεις του σημερινού ψευδο-πολιτισμού.  

Alles ist Weg 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΟΥΜΑΝΗΣ