1.10.11

PANTARBUS – ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΛΙΘΟΣ ΚΑΙ ΑΛΧΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ




Pre omnibus autem solaris est lapis, quem invenisse fertur Apollonius, nomine pantaura, qui alios lapides ad se trahit, quemadmodum magnes ferrum…
Πριν απ' όλους είναι ο λίθος ο ηλιακός, τον οποίον λέγεται ότι ανακάλυψε ο Απολλώνιος, ονομάζεται pantaura, που τους άλλους λίθους έλκει, όπως ο μαγνήτης τον σίδηρο...
De Occulta Philosophia, 1, 23

Στα ελληνικά λέγεται παντάρβη. Μυθική λίθος της Ανατολής, της «Ινδίας», αναφέρεται στις μαγικές διηγήσεις Τα εις τον Τυανέα Απολλώνιον του Φιλόστρατου και στα Αιθιοπικά του Ηλιόδωρου. Πέτρα θαυμαστών ιδιοτήτων, θα ήταν απίθανο να μην εμφανιστεί ως τάλισμαν. Και πράγματι, από την παντάρβη υποτίθεται ότι κατασκευάζονταν πανίσχυρα τάλισμαν που προστάτευαν αυτούς που τα φορούσαν από τη φωτιά: παντάρβη, πυρός μη τάρβει, λέει το αρχαίο λογοπαίγνιο («παντάρβην φορέουσα πυρός μη τάρβει...», Αιθιοπικά, 8, 11).

Ερυθρή ακτινοβόλος «μαγνητική» λίθος που έλκει όλες τις άλλες λίθους. Η μαγνησία των αλχημιστών, η παντάρβη αποκαλείται από τους Ερμητιστές του Μεσαίωνα lapis solaris (ηλιακή λίθος), η πέτρα που έλκει τον χρυσό και τους θησαυρούς του υπόγειου κόσμου. Οι Ερμητιστές χάρισαν στην παντάρβη και μία υπέροχη ονομασία: Pantaura, δηλαδή παν και αύρα, η αύρα του παντός, η των πάντων πνοή, η πνοή που έλκει τα πάντα. Και όχι τυχαία, η παράδοση υποδεικνύει ότι η παντάρβη ή ο παντάρβης λίθος μπορεί επίσης να είναι ο σμάραγδος, σύμβολο του Ερμή, του spiritus mundi, του «παγκόσμιου πνεύματος» το χρώμα του οποίου είναι πράσινο...

Η παντάρβη–pantaura έχει ονομαστεί και pantherus, ίσως σαν λογοπαίγνιο με την ονομασία της pantaura στο αρσενικό γένος, pantaurus. Ο Cornelius Agrippa γράφει στο De Occulta Philosophia ότι αποκαλείται pantherus (πάνθηρας) επειδή είναι κατάστικτη με χίλια χρώματα και ότι για τον ίδιο λόγο λέγεται και pantochras (παν και χρως). Εμφανίζει επομένως τα χαρακτηριστικά της Φιλοσοφικής Λίθου στο στάδιο εκείνο του Μεγάλου Έργου που αποκαλείται «ουρά του ταώ».
 


Από την αρχαιότητα, ήδη, η «λίθος που δεν είναι λίθος», όπως επαναλαμβάνουν οι αλχημιστές, που είναι και δεν είναι λίθος, εμφανίζεται με δύο ονόματα, πότε στο θηλυκό και πότε στο αρσενικό γένος, κάτι που δεν είναι βεβαίως συμπτωματικό και θα διατηρηθεί και στις λατινικές ονομασίες: Pantarbe (Παντάρβη) και Pantarbus (Παντάρβης). Άλλωστε, η ίδια η λέξη λίθος ανήκει και στα δύο γένη. Σύμφωνα με την παράδοση, όμως, η Φιλοσοφική Λίθος είναι στο τελικό στάδιο αρσενική. Στο στάδιο Rubedo, της Ερύθρωσης.
Αυτό είναι πολύ μεγάλο θέμα, γιατί είναι αυστηρά αρσενική η Φιλοσοφική Λίθος και όχι θηλυκή ή ερμαφρόδιτη, όπως σε προηγούμενα στάδια, συμβολικά μιλώντας πάντα. Δεν θα επεκταθώ, έχω αναφερθεί αλλού στο ζήτημα αυτό που αφορά μία συνολική θεώρηση της Παράδοσης. Σημειώνω απλώς ότι αυτός είναι ο λόγος που ο Cesare della Riviera, σε αυτό το αριστούργημα της ερμητικής ποιητικής που είναι το βιβλίο του με τίτλο Il Mondo Magico de gli Heroi (Ο Μαγικός Κόσμος των Ηρώων), αποκαλεί την Παντάρβη, που την ονομάζει Pentaura, Ηρωϊκή Λίθο, «λίθο των Ηρώων» –Ήρως είναι για τον della Riviera η καταλληλότερη ονομασία του Ερμητικού Φιλοσόφου. Αυτή η Pentaura, να είναι μόνον μία παραφθορά της Pantaura, ή τυπογραφικό λάθος; Ή μήπως όντως αποτελείται από τις λέξεις πέντε και αύρα, και ο συγγραφέας την χρησιμοποιεί ως μία ακόμη εναλλακτική ονομασία της πεμπτουσίας, του αιθέρα. Ο πανθορών αιθέρας, που παρακολουθεί και καταγράφει τα πάντα...

(Ή, για το προσαρμόσω στη νοοτροπία της εποχής μας, με κίνδυνο να πω ανακρίβειες ή, ακόμη χειρότερα, ψέματα: ο αιθέρας στον οποίον καταγράφονται τα πάντα.)

Είναι πιθανό από την ονομασία pantherus, στο θηλυκό γένος panthera, να προήλθε ένα ακόμη συμβολικό λογοπαίγνιο για την Παντάρβη, η λέξη Pantheora, που θα μπορούσε να προέρχεται από το «πανθ’ ορά» και να σημαίνει αυτή που παν θεόν ορά ή παν θεών ορά, που βλέπει όλους τους θεούς, που παρακολουθεί τις υποθέσεις τους. Pantheora είναι τότε ο πανθορών οφθαλμός, δηλαδή η Κόρη, η Κόρη Κόσμου, όπως είναι ο τίτλος μίας γνωστής ερμητικής πραγματείας. Αλλά η Pantheora δεν παραπέμπει φωνητικά στην Πανθαύρα, η οποία και έγινε στη μεταγραφή της στα λατινικά Pantaura; Το περίεργο αυτό όνομα της Παντάρβης βρίσκεται σε ένα ποίημα του 16ου αιώνα που τιτλοφορείται Aenigma della pietra phisica (Αίνιγμα της φυσικής πέτρας). Ο γιατρός Lorenzo Ventura, που το  έχει συνθέσει, αφήνει να υπονοηθεί ότι Pantheora σημαίνει πανωραία, καθώς γράφει «Pantheora λέγεται, αν και στην όψη ευτελής» και συνεχίζει ακολουθώντας την παραδοσιακή περιγραφή της πρώτης ύλης των αλχημιστών: «περνιέται από πολλούς για άχρηστη και τιποτένια». Από το έργο αυτό της ιταλικής ερμητικής παράδοσης, που περιέχει συνοπτικά όλα όσα πρέπει να γνωρίζει κανείς για την Παντάρβη–Pantheora, μεταφράζω ένα απόσπασμα:

Στην Ινδία (το πιο θερμό μέρος του κόσμου)
Γεννιέται πέτρα τέτοια που μέσα της κλείνει
Δυνάμεις απεριόριστες, που προέρχονται από τον ουρανό:
Pantheora λέγεται, αν και στην όψη ευτελής
Περνιέται από πολλούς για άχρηστη και τιποτένια.
Μόνον οι Εκλεκτοί κι όσοι δοσμένο το έχουν απ’  τη φύση
Γνωρίζουν εξ άλλων μυστικών το αίμα της να εξορύξουν
Με τέχνημα που όμοιό του δεν υπάρχει.
Και επειδή μες σ’ αυτήν υπάρχει Υδράργυρος και θείον,
Χρυσός και Άργυρος, όχι εκείνα που όλοι ξέρουν,
Αλλά χυμός ουράνιος θερμός, λιπαρός
Με το γαιώδες μέρος καθαρό, ψυχρό και ξηρό,
Ενωμένα κατά τρόπο θαυμαστό,
Ψυχή, πνεύμα και σώμα, τέσσερα και ένα...

Σε αυτή την περιγραφή, πρέπει να προσθέσουμε και τα όσα αποκαλυπτικά αφηγείται ο Ιάρχας, ο Ινδός σοφός, στον περιπλανώμενο Απολλώνιο τον Τυανέα. Είναι μία από τις πιο ωραίες περιγραφές της Φιλοσοφικής Λίθου που προέρχονται από την αρχαιότητα. Ο θρύλος και η αναζήτηση του θαυμαστού, τα ορυκτά μυστήρια και η Ιερή Τέχνη της Αλχημείας, όλα αυτά συνυπάρχουν στο πρωτότυπο κείμενο και μεταδίδονται, και μία μεταγραφή στη σημερινή μορφή της γλώσσας μας πρέπει να τα αποδώσει, στο μέτρο του δυνατού:
«...Κυοφορείται μέσα στην κούφια γη [εν γη κοίλη] σε βάθος τέσσερεις οργιές. Κατά τη διάρκεια της κυοφορίας της παράγει μία τέτοια πνοή [πνεύμα] που η γη φουσκώνει και σε πολλά σημεία ρηγματώνεται. Δεν μπορεί κανείς να τη βρει αναζητώντας την, γιατί ξεφεύγει [αποδιδράσκει], αν δεν εξαχθεί με γνώση [μετά λόγου]. Αλλά μόνον εμείς, με τα κατάλληλα έργα και λόγια, μπορούμε να εξορύξουμε την παντάρβη: αυτό είναι το όνομά της. Τη νύχτα φωτίζει σαν να είναι ημέρα, όπως η φωτιά, γιατί έχει τα χρώματα της φλόγας και ακτινοβολεί. Αν την κοιτάξει κάποιος κατά τη διάρκεια της ημέρας είναι εκτυφλωτική, με αναρίθμητες μαρμαρυγές. Το φως της είναι διάχυση μιας ανείπωτης έντασης, καθετί που βρίσκεται κοντά το έλκει προς τη δική της φύση [τ δ ν ατ φς πνεμά στιν ρρήτου σχύος, πν γρ τ γγς σποιε ατ]...» (Τα εις τον Τυανέα Απολλώνιον, 3, 46)

Δεν μπορεί κανείς να βρει την Παντάρβη (ή την πέτρα του Γκράαλ) απλά αναζητώντας την, διδάσκει ο Ιάρχας τον Απολλώνιο, γιατί αυτή ξεφεύγει, αποδιδράσκει, όπως γράφει το πρωτότυπο κείμενο, ξεγλιστράει, «γλιστράει από τα χέρια». Έχει μία ζωή δική της. Θέλει μία τέχνη λεπτή, για να εξορύξεις αυτή την πέτρα που δεν είναι πέτρα, φαίνεται να λέει ο Ινδός. Γιατί, σύμφωνα με τον σαφή υπαινιγμό, η Παντάρβη είναι, σε αυτό το σημείο, ο Υδράργυρος, το ασταθές και πτητικό «αργύριον ύδωρ». Χρειάζεται μία τέχνη και μία λογική παράδοξη για να συλλάβεις κάτι που είναι «φεύγον αεί» (αεικίνητον!) όπως λέει ο αλχημιστής Ζώσιμος, ο όποιος μάλιστα είχε δώσει σε μία πραγματεία του τον τίτλο Περί Δεσμεύσεως της Κόρης : «...ίνα δεσμεύσωμεν την φυγαδοδαίμονα κόρην δια χειρών». Φυγαδοδαίμων Κόρη και Αταλάντη Φεύγουσα (Atalanta Fugiens), η Παντάρβη που ανακάλυψε ο Απολλώνιος είναι η Άρτεμις. Πέτρα λευκή, ως Κόρη, και μαύρη πέτρα – λυδία λίθος – ως Μητέρα, είναι η Λατώ (Λητώ), μητέρα της Άρτεμης και του Απόλλωνα. Μητέρα της σεληνιακής λίθου και της ηλιακής λίθου, η μαύρη πέτρα, λίθος μέλαινα, είναι το ζωντανό σύμβολο του αρχέγονου Χάους στον ορυκτό και μεταλλικό μικρόκοσμο. Και εδώ ο κύκλος των μεταμορφώσεων της Λίθου ολοκληρώνεται. 




Στην αλχημεία του λόγου, alchimie du verbe, αυτή καθ’ αυτή, που ονομάζεται ποίησις, ισχύουν οι ίδιοι ή ανάλογοι νόμοι. Στο εμβληματικό ποίημα του Στέφαν Γκεόργκε που τιτλοφορείται ακριβώς Das Wort (Η λέξη) και είναι ένα ποίημα για την ποίηση, ο ποιητής αφηγείται ένα συμβάν που σημάδεψε την επιστροφή του από ένα μοναχικό ταξίδι στην ποιητική χώρα, στον τόπο εκείνο όπου ισχύουν άλλοι νόμοι, παράδοξοι, ακατανόητοι. Είχε ταξιδέψει, για μία ακόμη φορά, «με θαύματα κι όνειρα μακρινά» στη γη του. Έτσι την αποκαλεί, «η γη μου», με αυτή την κτητική αντωνυμία που κατά παράδοση χρησιμοποιούν οι Ερμητιστές για να αναφερθούν στη φιλοσοφική γη και σε όλα όσα ανήκουν στη μυστική περιοχή της τέχνης τους: η γη μας, ο υδράργυρός μας, η μαγνησία μας, η Λατώ μας, η πέτρα μας (λίθος των φιλοσόφων που το Έργο θα μετατρέψει σε λίθο φιλοσοφική) και τα λοιπά. Κάθε φορά που επιστρέφει ο ποιητής, φέρνει μαζί του ένα κειμήλιο, έναν θησαυρό, αυτά που ανακάλυψε περιπλανώμενος στην ποιητική ενδοχώρα. Και έρχεται η ώρα που θα πρέπει να δώσει ένα όνομα, η ώρα κατά την οποία το κειμήλιο θα γίνει ποίημα, ο άγνωστος θησαυρός της χώρας των θαυμάτων θα φιλοξενηθεί στη χώρα των ανθρώπων.

Αλλά γιατί θα πρέπει ο θησαυρός να βρει έναν τόπο σε αυτήν εδώ τη γη; Δεν θα μπορούσε να παραμείνει ένα ιδιωτικό κειμήλιο; Και τί σημασία θα είχε η απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα; Ο Χαίλντερλιν, αυτός ο δεινός δύτης του ποιητικού βυθού που προηγήθηκε του Γκεόργκε, λέει:

Μιλήσατε με τη θεότητα, αλλά ξεχάσατε όλοι αυτό, ότι οι πρώτοι καρποί δεν είναι για θνητούς, ότι ανήκουν στους θεούς. Ο καρπός πρέπει να γίνει πρώτα πιο κοινός, πιο καθημερινός, τότε μόνον θα ανήκει στους θνητούς

Σχολιάζοντας τον αποσπασματικό αυτό λόγο, ο Μάρτιν Χάιντεγκερ, που είχε αφιερώσει στον Χαίλντερλιν όχι λιγότερο χρόνο από εκείνον που είχε αφιερώσει στους φιλοσόφους, σημειώνει ορισμένα συμπεράσματα για τη γλώσσα εν γένει αλλά και για τον τρόπο που αυτή βιώθηκε τόσο μέσα στις ποιητικές όσο και στις φιλοσοφικές παραδόσεις. Και μάλιστα, σε ό,τι αφορά ειδικότερα το θέμα μας, πρέπει να σημειωθεί ότι οι διευκρινήσεις του Χάιντεγκερ επαληθεύονται από την ερμητικο–αλχημική γραμματεία, ακριβώς επειδή αυτή διαμορφώθηκε μέσα στους αιώνες σε ένα ενδιάμεσο πεδίο όπου συναντιούνται η ποίηση, η μυθολογία, η επιστήμη και η φιλοσοφία. Όποιος επιθυμεί να μελετήσει τα αλχημικά βιβλία, που είναι βιβλία φιλοσοφικά, αφιερωμένα στην αναζήτηση της φιλοσοφικής λίθου, ας έχει κατά νου τις γραμμές που ακολουθούν: «Η γλώσσα εκφράζεται τόσο με τον λόγο τον πιο αποκρυσταλλωμένο και τον πιο άδηλο, όσο και με τον λόγο τον πιο κοινό ή συγκεχυμένο. Πράγματι, ακόμη και ο πιο ουσιαστικός λόγος, αν πρόκειται να κατανοηθεί και να γίνει έτσι κτήμα όλων, πρέπει να γίνει κοινός...Το αποκρυσταλλωμένο και το κοινό συνιστούν κάτι το ειπωμένο. Η λέξη ως λέξη ποτέ δεν προσφέρει κάποια χειροπιαστή εγγύηση ότι είναι μία λέξη ουσιαστική ή μία απάτη. Το αντίθετο, μία ουσιώδης λέξη, μέσα στην απλότητά της, συχνά φαίνεται ασήμαντη» (βασίζομαι στη μετάφραση του Keith Hoeller, Elucidations of Hölderlins Poetry, 2000, σελ. 55)

Για να επιστρέψω στο ποίημα του Γκεόργκε, η κατονομασία είναι μία διαδικασία που περιγράφεται με μία γλώσσα εξίσου συμβολική και η ανάλογη εικονοπλασία παραπέμπει σε μυστική τελετή. Ο περιπλανώμενος φέρνει το κειμήλιο και το αποθέτει σε έναν τόπο όπου βρίσκεται μία πηγή, δίπλα σε ένα άλσος, μπορούμε να φανταστούμε, δηλαδή μέσα στη Μαγική Γη και συγκεκριμένα στο όριο που χωρίζει, και ενώνει, τις δύο περιοχές. Εκεί τον περιμένει η «ζοφερή Νόρνη» («η Μοίρα η τεφρή» αποδίδει η Έλενα Νούσια στη μετάφρασή της). Η Νόρνη αποκαλείται έτσι γιατί προφανώς είναι καλυμμένη με πέπλο, όπως η Donna Velata που εμφανίζεται στο όνειρο του Σολωμού. Σκοτεινή και απόκρυφη, κατ’ ουσίαν αόρατη, αυτή η μορφή δεν είναι άλλη από την Dark Lady, τη Δέσποινα των Λογισμών στην οποία αφιέρωσε τα σονέτα του ο Σαίξπηρ. Και δεν είναι άλλη από τη μυστική αδελφή στο Άσμα Ασμάτων, η οποία, αν και είναι κατάμαυρη, καμένη από τη λαύρα του Ηλίου, είναι όμορφη: «μέλαινά ειμι εγώ και καλή...μη βλέψητέ με ότι εγώ ειμι μεμελανωμένη, ότι παρέβλεψέ με ο ήλιος...» Σε αυτούς τους στίχους, οι αλχημιστές είδαν την περιγραφή της πέτρας τους, της πρώτης ύλης η οποία κατά τη διάρκεια του Έργου θα λευκανθεί. Είναι μαύρη απ’ έξω και λευκή από μέσα. Παρθένος και μητέρα. Είναι η Μητέρα του Χριστού, η μητέρα του Χρυσού, η Μαύρη Κυρία (Μαύρη Μαντόνα), η Κυρία του Μεγάλου Σπηλαίου.

Η Νόρνη κοιτάζει μέσα στην πηγή, όπου αντανακλάται το είδωλο του θησαυρού, για να βρει το μυστικό όνομα, τη Λέξη, και να τη χαρίσει στον ποιητή. Φαίνεται ότι εφαρμόζει ένα ιδιότυπο είδος υδατομαντείας, μία μορφή κατοπτρομαντείας: κοιτάζει μέσα στον δικό της βυθό. Άραγε τί να εμφανίζεται εκεί;

Ο θησαυρός είναι ένα αντικείμενο που έχει παράξενη φύση, ένα πράγμα ρευστό, σαν να υπάρχει και να μην υπάρχει ταυτόχρονα. Σαν ένα νερό που δεν βρέχει τα χέρια, όπως περιγράφουν οι αλχημιστές τον υδράργυρό τους... Όταν όμως η Νόρνη του δώσει όνομα, το όνομα που προσιδιάζει στην εσώτερη φύση του, τότε ο ποιητής μπορεί να το αδράξει, να το πιάσει σφιχτά στα χέρια του. Τότε αυτό αρχίζει να ακτινοβολεί και μαζί του ακτινοβολούν τα πάντα.

Να πώς ακούγεται στα ελληνικά, στην ωραία μετάφραση της ποιήτριας Έλενας Νούσια, ολόκληρο το ποίημα του Στέφαν Γκεόργκε:

Η λέξη

Με θαύματα κι όνειρα μακρινά
Στης γης μου έφτανα τα μέρη τ’ ακρινά

Και καρτερούσα η Μοίρα η τεφρή
Μες στην πηγή της τ’ όνομα να βρει –

Τότε σφιχτά μπορούσα να τ’ αδράχνω και γερά
Ανθούν τώρα στα πέρατα όλ’ αστραφτερά...

Κάποτε από ταξίδι έφτασα καλό
Μ’ ένα κειμήλιο πλούσιο κι απαλό

Μίλησε κι είπε ώρα σαν έψαξε πολλή:
«Τίποτε στο βυθό εδώ δεν κοιμάται τον βαθύ»

Τότε ’κείνο μέσ’ απ’ τα χέρια μου γλιστρά
Που η γης μου πια το θησαυρό ποτέ δεν αποκτά...

Πενθώντας την παραίτηση έμαθα έτσι:
Πράγμα κανένα πως δεν είναι όπου λείπει η λέξη.

Η εμπειρία του Γκεόργκε επαληθεύει απολύτως τη συμβολική της Ερμητικής Παράδοσης αλλά και ολόκληρης της παραδοσιακής ποιητικής. Η Λίθος ή, κατ’ αναλογία, η μυστική Λέξη είναι δώρο της Νύμφης, της Μητέρας Φύσεως. Αν η Μούσα δεν δωρίσει το όνομα, τότε ο θησαυρός περνάει στην ανυπαρξία και η γη του ποιητή μένει Έρημη Χώρα.
Μούσα, μοι έννεπε...

Δημήτρης Τσουμάνης






ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ:
ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΥΝΕΛΛΗ (PERFORMANCE, ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ) ΚΑΙ ΤΟΥ SIMON PASIEKA (ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ)

2.9.11

ΣΥΝΩΜΟΣΙΟΛΟΓΙΑ

Λίγα λόγια για ένα παρεξηγημένο θέμα

Σπουδή πάνω στη σπουδή του Φράνσις Μπέικον πάνω στο 
πορτραίτο του Πάπα Ιννοκέντιου του Βελάσκεθ  του Peter Nilsson 

Πρώτα απ’ όλα, για να ξεκαθαρίσουμε μια παρανόηση που διακατέχει ιδίως εκείνους που απορρίπτουν ολοκληρωτικά τις θεωρίες συνωμοσίας: η συνωμοσιολογία δεν είναι μία αυστηρά συγκεκριμένη υποκουλτούρα. Είναι πιο ακριβές να πούμε ότι εκδηλώνεται και ως υποκουλτούρα, καθώς και ότι διαδίδεται μέσα από διαφόρων μορφών υποκουλτούρες.
Οι μέθοδοι και τα εργαλεία της συνωμοσιολογίας, πολύ πριν χρησιμοποιηθούν για να διατυπωθούν δημόσια οι θεωρίες συνωμοσίας που όλοι ξέρουμε, ήταν –και εξακολουθούν να είναι– σε χρήση από χώρους εξουσίας και επιρροής, ιδιαίτερα μάλιστα στην καυτή περιοχή της γεωπολιτικής, και στον χώρο εκείνο που θα μπορούσε να ονομαστεί παράλληλη διπλωματία.
Ως λογοτεχνικό είδος, η συνωμοσιολογία γεννήθηκε μέσα στο Βατικανό, στους χώρους της Καθολικής Εκκλησίας και στη μεγάλη κίνηση της Αντιμεταρρύθμισης, με πρωτεργάτες τους Ιησουίτες, οι οποίοι στη συνέχεια ανέλαβαν να πολεμήσουν οργανωμένα ενάντια στους φορείς της νέας εποχής, τον Διαφωτισμό και τον Τεκτονισμό (για την ακρίβεια, ενάντια σε έναν Τεκτονισμό που είχε ταχθεί στην απόλυτη υπηρεσία του Διαφωτισμού). Τα πορίσματα των ερευνών του ιησουϊτικού τάγματος έπρεπε να υποστούν επεξεργασία προκειμένου να παρουσιαστούν δημόσια, ακολουθώντας βέβαια τους κανόνες της προπαγάνδας που οι Ιησουίτες κατέχουν τόσο καλά (αν δείτε όμως την αλληλογραφία της εποχής, παραδείγματος χάρη για την περίπτωση Καλιόστρο, εκεί τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά). Βεβαίως, αυτοί που βγήκαν να συνωμοσιολογήσουν δεν το έκαναν στο όνομα των Ιησουϊτών αλλά στο όνομα του Πάπα και της Εκκλησίας ή στο όνομα του βασιλιά και της τάξης.
Αλλά όπως κάθε συνωμοσία, η συνωμοσιολογία  (γιατί είναι συνωμοσία, μικρή ή μεγάλη, αφού είναι μια ιδιόμορφη οργανωμένη πολεμική) μπορεί εύκολα να ξεφύγει από τα χέρια των εμπνευστών της και να μετατραπεί σε κάτι άλλο που ενδέχεται να διαστρέφει εντελώς τις αρχικές προθέσεις. Ο ιθύνων νους και ο εκτελεστής δύσκολα ταυτίζονται από κάθε άποψη. Έτσι, δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι  βασικές παρανοήσεις γύρω από την πραγματικότητα των συνωμοσιών, παρανοήσεις που συνεχίζονται μέχρι και σήμερα, προέρχονται από την εποχή εκείνη. Σαν, από τη γέννησή της ήδη, η μοίρα της συνωμοσιολογίας να είναι να μας παρουσιάζει μια διαστρεβλωμένη εικόνα των πραγματικών συνωμοσιών που εξυφαίνονται γύρω μας. Αλλά το ότι είναι διαστρεβλωμένη η εικόνα δεν πάει απαραίτητα να πει ότι είναι και εντελώς ανυπόστατη ή ψεύτικη...

Ο πρώτος μεγάλος συνωμοσιολόγος είναι ο Joseph de Maistre (1753–1821) και ίσως παραμένει ακόμη ο καλύτερος. Ο De Maistre είναι αυτός που έγραψε ότι:

...tous ces ennemis du genre humain reunis…descendent de Bacon
...όλοι αυτοί οι εχθροί του ανθρώπινου γένους μαζί...βαστούν από τον [Φράνσις] Μπέικον
(Examen de la philosophie de Bacon, τομ. 2)

Joseph de Maistre

Η φρασεολογία είναι τυπικά συνωμοσιολογική. Αλλά το υπόβαθρο που υπάρχει πίσω από όλη την σκέψη του De Maistre είναι κάτι που το στερούνται απολύτως οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, από τους σύγχρονους συνωμοσιολόγους της μόδας. (Διαβάστε οπωσδήποτε το Κατά της Γαλλικής Επαναστάσεως που έχει κυκλοφορήσει από τον Καστανιώτη. Ή, τί να πει κανείς για τους «Διαλόγους της Αγίας Πετρούπολης», με μια φράση–κλειδί από τους οποίους κλείνει το Le Roi du Monde του Γκενόν;)

Αφήνοντας κατά μέρος την ανεξερεύνητη, σε βαθμό ανυπολόγιστο, βιβλιοθήκη του παράξενου 19ου αιώνα, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι σε εποχές πιο κοντινές προς τη δική μας τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά. Με εξαίρεση ορισμένες έρευνες και μελέτες, δυσεύρετες ή σπάνιες, οι οποίες δεν έχουν γραφτεί από κανέναν από τους γνωστούς συνωμοσιολόγους, η αυθεντική συνωμοσιολογία δεν εκπέμπεται μέσα από συνωμοσιολογικά βιβλία όπως οι περισσότεροι νομίζουν. Η αυθεντική συνωμοσιολογία, δηλαδή εκείνη πίσω από την οποία υπάρχει ένα ολοκληρωμένο υπόβαθρο, έχει εκπεμφθεί κυρίως μέσα από δημοφιλή μυθιστορήματα, και μάλιστα μέσα από εκείνα τα φαινομενικά «αθώα» φτηνά βιβλία τσέπης. Οξύμωρο, ναι, αλλά θα αρκούσε να αναφέρω τα δεκάδες αστυνομικά και κατασκοπικά βιβλιαράκια που φέρουν την υπογραφή του Claude Rank, ψευδώνυμο ενός ή μάλλον περισσότερων συγγραφέων εξασκημένων στο λογοτεχνικό ή παραλογοτεχνικό, πείτε το όπως θέλετε, καμουφλάζ... Το γεγονός ότι οι σημερινοί συνωμοσιολόγοι, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, δεν έχουν καν ακούσει το όνομα Claude Rank, δείχνει και τον βαθμό της άγνοιας που έχουν πάνω στο ίδιο τους το αντικείμενο.


Αλλά, ούτως ή άλλως, η χρυσή εποχή της συνωμοσιολογίας έχει προ πολλού περάσει. Και μετά τον θάνατο του Jean Parvulesco, που μετάλλαξε τη συνωμοσιολογία και την απογείωσε σε αφάνταστα, πριν τη δική του παρέμβαση, επίπεδα, έχει ουσιαστικά ολοκληρώσει τον κύκλο της. (Πρόσφατα απέκτησα το Palissade Indigo, που είχε κυκλοφορήσει σε περιορισμένα αντίτυπα, στο οποίο ο Parvulesco μετατρέπει την μετα–συνωμοσιολογία του σε σκηνικό έργο για τρεις άντρες και τρεις γυναίκες ηθοποιούς: «Επιστροφή λοιπόν στις λησμονημένες απαρχές του θεάτρου ως μαγικού εγχειρήματος κοσμικά ενεργού»)

Dennis Wheatley

Χρυσή εποχή είναι εκείνη στην οποία κυκλοφόρησαν βιβλία όπως αυτά του Dennis Wheatley –ειδική μνεία πρέπει να γίνει όχι μόνο στο κλασικό The Devil Rides Out αλλά και στο The Haunting of Toby Jugg. Το υπόβαθρο ορισμένων από τις δημοφιλείς λογοτεχνικές δημιουργίες του Wheatley είναι πραγματικές έρευνες που έγιναν από ορισμένες ομάδες που είχαν σχηματιστεί στο εσωτερικό της Golden Dawn, της μυστικής οργάνωσης της οποίας το εξωτερικό τμήμα έγινε αργότερα γνωστό με την ονομασία Golden Dawn in the Outer. (Επαναλαμβάνω: πραγματικές έρευνες και όχι, όπως υποθέτουν διάφοροι μελετητές, απλές αναφορές σε σύμβολα της οργάνωσης. Από τον Wheatley είναι ολοφάνερο ότι έχει επηρεαστεί ο Γιώργος Μπαλάνος, στα βιβλία του οποίου, ιδιαίτερα στις Νύχτες της Εκάτης, είναι ολοφάνερη και μία επιθυμία αναβίωσης του κλίματος της εποχής εκείνης)

Παρά τα όσα ισχυρίζονται όσοι απορρίπτουν ολοκληρωτικά τη συνωμοσιολογία, η συνωμοσιολογία δεν είναι, όπως είπαμε, μια υποκουλτούρα στο περιθώριο της κυρίαρχης κουλτούρας: ενώ διαδίδεται μέσα από διάφορες υποκουλτούρες, οι μέθοδοι και τα εργαλεία της προέρχονται από χώρους που έχουν κεντρικό και καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του σύγχρονου πολιτισμού. Η δυσπιστία των ορθολογιστών, είτε δικαιολογημένη είναι αυτή είτε αβάσιμη, αφήνει άθικτο το γεγονός ότι παντός τύπου σχηματισμοί, οργανώσεις και λέσχες υιοθετούν συχνά έναν τρόπο σκέψης, ανάλυσης και έρευνας ανάλογο με αυτόν των συνωμοσιολόγων. Αν και, στους χώρους εξουσίας και επιρροής, αυτός ο τρόπος σκέψης είναι απαλλαγμένος από τις υπερβολές και τις φαντασμαγορίες των συνηθισμένων θεωριών συνωμοσίας, εντούτοις απέχει πάρα πολύ από τον ορθολογισμό όσων είναι εξ ορισμού αρνητικοί απέναντι στη συνωμοσιολογία. Αυτοί οι τελευταίοι, δεν ανέχονται την ιδέα της ύπαρξης ενός μη–ορθολογικού στοιχείου στον πυρήνα ενός ορθολογικού πολιτισμού, κλείνουν τα μάτια και, επιτιθέμενοι ενάντια στις θεωρίες συνωμοσίας, φαντάζονται ότι το εξορκίζουν. Σε τελική ανάλυση, η κριτική των ορθολογιστών είναι αφελής, προϊόν άγνοιας ή ημιμάθειας και σοβαρών προκαταλήψεων που τους στερούν τη δυνατότητα να αντιληφθούν την πολύμορφη πραγματικότητα που τους περιβάλλει (χαρακτηριστικό παράδειγμα το βιβλίο Θεωρίες Συνωμοσίας των εκδόσεων Πόλις, στο οποίο ο συγγραφέας αδυνατεί να συγκροτήσει κάποια βασικά έστω κριτήρια που να έχουν σχέση με την πραγματικότητα και όχι με τις δικές του νοητικές και ιδεολογικές προκαταλήψεις). Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι περισσότερες θεωρίες συνωμοσίας δεν είναι αφελείς. Είναι αφελείς, παραπλανητικές και αρκετά βλακώδεις, σχεδόν όλες οι δημοφιλείς και διαδεδομένες θεωρίες συνωμοσίας. Βέβαια, υπάρχουν και ορισμένες θεωρίες που παρουσιάζονται από σκοπιμότητα με ένα αφελές προσωπείο, που ενδέχεται να μασκαρεύει σοβαρές υποθέσεις, συμπεράσματα, υποψίες και ανακαλύψεις, έτσι δεν είναι πάντοτε εύκολο να διακρίνεις.
Το χειρότερο είδος συνωμοσιολόγου διακρίνεται από μακριά: είναι αυτός που έχει μία απάντηση για όλα μόνο μία.
Το χειρότερο είδος συνωμοσιολογίας, το οποίο είναι και πολύ της μόδας σήμερα, είναι εκείνο στο οποίο διάφοροι, λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά, επιδιώκουν να βεβηλώσουν σύμβολα των πνευματικών παραδόσεων, τα οποία και δεν κατανοούν ολοσδιόλου μέσα στην απύθμενη συσκότιση στην οποία βρίσκονται.

Σε ένα υψηλότερο επίπεδο, η συνωμοσιολογία θα έπρεπε να μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο (κι αυτό συμβαίνει τόσο σπάνια!), σε ένα υψηλότερο επίπεδο η συνωμοσιολογία δεν θα έπρεπε να ξεχωρίζει από οποιαδήποτε άλλη μορφή στοχασμού: οι τελευταίοι άνθρωποι του Νίτσε, που εφηύραν την ευτυχία, η βασιλεία της ποσότητας του Ρενέ Γκενόν, οι σημειώσεις του Έβολα για τον «απόκρυφο πόλεμο», ο Ρ. Αμπελλιό ή και ο Σπένγκλερ (αν και τα κριτήρια με τα οποία κατηγοριοποιεί τους πολιτισμούς είναι αμφίβολα), για να αναφέρω μόνο μερικά παραδείγματα.

Πίσω και πέρα από τις συνωμοσιολογίες; Οι πραγματικές συνωμοσίες. Και οι πλέον δραστικές; Αυτές που μπορούν να μας πείσουν ότι δεν υπάρχουν.
 Δημήτρης Τσουμάνης 

φωτόγραμμα από το 12 Monkeys του Τέρι Γκίλιαμ


28.8.11

Η ΠΟΛΗ ΚΑΙ Η PUTREFACTIO


ΠΟΛΗ–ΠΟΛΟΣ
Κανείς δεν έχει δει ποτέ του μία πόλη. Οι αποκαλούμενες «πόλεις» δεν είναι στ’ αλήθεια πόλεις. Χρησιμοποιούμε μία λέξη που δεν γνωρίζουμε τη σημασία της, που την έχουμε ξεχάσει, για να ονομάσουμε, ελλείψει ενός καταλληλότερου όρου, κάτι που δεν είναι πόλη, αλλά μη–πόλη. Καθένας που κατοικεί στη μη-πόλη είναι ά–πολις, δηλαδή εκτός του πόλου. Ενώ, αντίθετα, πολίτης είναι αυτός που έχει μυηθεί στο πόλισμα, στις διεργασίες μέσω των οποίων οικοδομείται η πόλις–πόλος, διεργασίες όχι απλώς κατασκευαστικές αλλά μαγικο–θρησκευτικές, στις οποίες προίστανται οι πολιτάρχες, οι πολισσονόμοι και οι πολιτοφύλακες. Το σύνολο των παραδόσεων μέσω των οποίων πολιτίζεται μια κοινότητα, δηλαδή πολώνεται, διαφοροποιείται εσωτερικά και ιεραρχείται, ονομάζεται πολιτεία. Η καρδιά, ο πυρήνας, της Πολιτείας είναι τα «Μυστήρια του Πόλου».
Τα Μυστήρια του Πόλου δεν είναι ούτε αμιγώς θρησκευτικά ούτε αμιγώς μαγικά, αλλά η σύνθεση των δύο. Αυτή η σύνθεση των μαγικών και των θρησκευτικών παραδόσεων και πρακτικών, είναι το υψηλότερο επίτευγμα των αρχαίων πολιτισμών. Οι θρησκευτικές πρακτικές, εκκινώντας από τη βάση της οργανικής ενότητας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος, επιτυγχάνουν μια πρώτη διαφοροποίηση των μελών της κοινότητας, μια πρώτη πόλωση,  εγκαθιδρύοντας νόμους και απαγορεύσεις. Τα όρια ανάμεσα στο είναι και στο μη–είναι χαράσσονται με τρόπο αυστηρό. Πέρα από την κλίμακα του οικείου, με όλες τις διαβαθμίσεις στις οποίες το φύλο και η ηλικία είναι καθοριστικοί παράγοντες, αρχίζει η περιοχή του αγνώστου, τα ταμπού σημαδεύουν τα όρια ανάμεσα στις δύο περιοχές. Πέρα από την κλίμακα του οικείου, αρχίζει η περιοχή του ιερού, του ιερού καθ’ εαυτού, που είναι σιωπηλό και ανεξιχνίαστο, καθώς και η περιοχή του ανίερου, σηματοδοτημένη και αυτή με αυστηρότητα.


Πολύ διαφορετικά είναι τα πράγματα στις μαγικές παραδόσεις. Αυτές δεν απευθύνονται στο σύνολο της κοινότητας, αλλά σε επίλεκτους οι οποίοι δοκιμασμένα μπορούν να κάνουν ένα ή περισσότερα βήματα προς τις επικίνδυνες περιοχές, πέρα από τα όρια που αυθαίρετα, αλλά σοφά, έχουν χαράξει οι θρησκευτικοί λειτουργοί (οι ίδιοι οι μάγοι), για την προστασία της κοινότητας όχι από δυνάμεις φανταστικές αλλά από ενεργές δυνάμεις των οποίων η εσώτατη φύση εκ των πραγμάτων διαφεύγει από τις ψυχο-νοητικές ικανότητες του ανθρώπου. Στις μαγικές πρακτικές, η επαφή με αυτές τις μη–ανθρώπινες δυνάμεις είναι γεγονός και οι νόμοι που διέπουν τη μαγική μεταμόρφωση είναι πολύ συγκεκριμένοι, λαμβάνοντας υπ’όψιν όλους τους κινδύνους που ενέχει αυτό το άνοιγμα προς αλλότρια πεδία.
Οι μαγικο–θρησκευτικές παραδόσεις εγκαθιδρύουν μια τρίτη κατάσταση, την πλέον καθοριστική για κάθε ανθρώπινη πραγματικότητα, του παρελθόντος ή του μέλλοντος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι ιερείς–μάγοι, ή οι βασιλείς–μάγοι, ή οι βασιλείς-ιερείς, χρησιμοποιούν τη μαγεία προς όφελος της κοινότητας. Ο μάγος–ιερέας είναι ο πρώην άπολις, που επιστρέφει από τις επικίνδυνες για την κοινότητα περιοχές «εκτός πόλου», για να εγκαθιδρύσει έναν νέο πόλο, μαγικό και θρησκευτικό: την πόλη. Το πεδίο εφαρμογής της μαγείας είναι σε αυτή την περίπτωση πολύ πιο εκτεταμένο και ακαθόριστο από το πεδίο των μαγικών παραδόσεων αυτών καθ’ αυτών. Έχουν δηλαδή στα χέρια τους ένα επικίνδυνο όπλο, το πιο επικίνδυνο όπλο. Χειρίζονται μια δύναμη, η κατάχρηση της οποίας μπορεί να έχει καταστροφικά αποτελέσματα –και όχι μόνον στην περιορισμένη κλίμακα της ανθρώπινης δράσης.
Οι μεγάλοι αρχαίοι πολιτισμοί αναδύθηκαν μέσα από τις μαγικο–θρησκευτικές παραδόσεις. Τα αινίγματα που αυξάνουν και πληθαίνουν χρόνο με το χρόνο, και που οι πολιτισμοί αυτοί θέτουν ακόμη και στα πλέον ορθολογισμένα μυαλά, κρύβουν τα μυστικά των μαγικο–θρησκευτικών παραδόσεων, τα μυστικά του Πόλου. Η ίδρυση μιας πόλης είναι μια μαγικο–θρησκευτική πράξη, γιατί είναι η εγκαθίδρυση ενός πόλου, δηλαδή ενός ακίνητου σημείου γύρω από το οποίο κινείται ένας άξονας. Η πόλη είναι, με άλλα λόγια, αιωνιότητα κινούμενη, δεν είναι ένας λιγότερο ή περισσότερο εκτεταμένος οργανωμένος οικισμός. Η πόλη δεν είναι εκτροφείο «εξελιγμένων» ζώων.

PUTREFACTIO
Οι τελευταίες εκλάμψεις των μαγικο–θρησκευτικών παραδόσεων στη δυτική πλευρά της Ευρασίας εκδηλώνονται στον Μεσαίωνα, στο βασίλειο της Ρωμανίας κατ’ εξοχήν, στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία, και στη δυτική Ευρώπη, ιδιαίτερα στη φάση του Ύστερου Μεσαίωνα, και, ως ένα βαθμό, στην εποχή της Αναγέννησης. Έκτοτε, με τη σταδιακή μετάλλαξη της αστικής τάξης που παίρνει την εξουσία, μια νέα εποχή αρχίζει. Είναι τότε, στο λυκόφως του Μεσαίωνα, που συντάχθηκαν ορισμένα ειδικά βιβλία, αληθινά γριμόρια –πριν η λέξη χάσει την αυθεντική της σημασία– με σκοπό να διδάξουν τα Μυστήρια του Πόλου, αλλά αυτό είναι ζήτημα μιας ξεχωριστής μελέτης.

η γκραβούρα, από την έκδοση του 1511 του De Architectura 
του Βιτρούβιου, παραπέμπει στα Μυστήρια του Πόλου

Παρατηρώντας τις μεγάλες μητροπόλεις της Ευρώπης, των οποίων η φυσιογνωμία καθορίστηκε κυρίως κατά τον 19ο αιώνα, μπορεί κανείς να ανιχνεύσει τα στοιχεία που αυτές διασώζουν ή αναβιώνουν από την μαγικο–αρχιτεκτονική παράδοση. Τα στοιχεία αυτά, προσαρμοσμένα στις ιδεοληψίες ή στις ιδεολογίες της νέας αυτής εποχής, λειτουργούν κυρίως στο επίπεδο της αναπαράστασης και της εικόνας, είναι κατά κύριο λόγο σύμβολα, σύμβολα κύρους ή στην καλύτερη περίπτωση πομποί μιας υπεροχικής αύρας, παρά μία αποτελεσματική υλοποίηση των συμβόλων που θα αγκάλιαζε κάθε σφαίρα της δημόσιας ζωής, το υψηλό όσο και το χαμηλό.
Αν υπήρξε κάποιος «πόλος» στα θέατρα αυτά της ευρωπαϊκής και εν τέλει της παγκόσμιας Ιστορίας, αυτός ήταν ένας πόλος σαθρός. Οι μητροπόλεις της νέας εποχής θα γιγαντωθούν έτσι με μια ταχύτητα που δεν έχει προηγούμενο. Το ιερό, που επιβίωνε ως τότε μόνον ως αναπαράσταση θα εκτοπιστεί οριστικά, αφού τα πάντα θα τα καταλάβει το τέρας αυτό που κατ’ ευφημισμόν αποκαλείται «μάζα»...
Ο «μαζάνθρωπος» που κατοικεί στα απομεινάρια της πόλης–πόλου, είναι ο άπολις, δηλαδή ο ΑΠΟΛΙΣΤΟΣ (όχι απλώς ο «πολιτισμένος» απολίτιστος), που ενδιαφέρεται μόνον για τις δικές του μικρές υποθέσεις. Η ζωή στην μεγαλούπολη είναι μια αδιάκοπη κίνηση, αλλαγή για χάρη της αλλαγής, «πρόοδο» και «εξέλιξη» την βαφτίζει το τυφλό δόγμα. Αυτή η πυρετώδης δραστηριότητα δεν προέρχεται όμως από ένα περίσσευμα ζωής αλλά από μία αποσύνθεση που θυμίζει την διαδικασία αποσύνθεσης ενός πτώματος, όταν κατά τη διάρκεια της σήψης του σώματος τα πάντα κινούνται, διογκώνονται και συγχέονται άτακτα και χαοτικά. Είναι σα να βλέπει κανείς την putrefactio, μία αλχημική διεργασία επί το έργο: η «ψυχή» (η anima, ο φορέας της animatio, της «εμψύχωσης») έχει φύγει, όπως σε ένα σώμα, μαζί με την αναπνοή. Το μόνο που απομένει είναι ένας ιδιότυπος πυρετός, μια «μαύρη φλόγα», όπως θα λέγαμε στην ερμητική γλώσσα, θέρμη από την οποία αναδύεται δυσωδία: ένας αρνητικός πόλος κάνει την εμφάνισή του και έλκει όλες τις εχθρικές προς τη ζωή δυνάμεις...

Δεν υπερβάλλω λοιπόν όταν λέω ότι κανείς δεν έχει δει ποτέ του μία πόλη (ίσως στην Ασία, σε μικρή μόνον κλίμακα διασώζονται ακόμη υγιείς καταστάσεις, περιφερειακά). Τα ακέφαλα σώματα των σύγχρονων μεγαλουπόλεων δεν είναι πόλεις. Μέχρι μια νέα κάθοδος του πνεύματος να ζωογονήσει τον υπό κατάρρευση πολιτισμό, η ευθύνη όσων έχουν συνειδητοποιήσει τους κινδύνους που διατρέχει η ανθρωπότητα από τις αυταπάτες της μεγαλώνει ακόμη περισσότερο.

Δημήτρης Τσουμάνης


Σημείωση
Για την έννοια της Putrefactio από μία ανάλογη οπτική γωνία, βλ. εδώ
Η ίδρυση μιας πόλης είναι μία μαγικο–θρησκευτική και όχι απλώς μαγική πράξη (αν και σπανίως γίνεται αυτή η τόσο σημαντική διάκριση). Στο μεσαιωνικό Picatrix διασώθηκε, από άγνωστη πηγή, μία πολύ σημαντική όσο και σπάνια αναφορά στις αρχαίες μαγικο–θρησκευτικές παραδόσεις, σχετική με την «ταλισμανική πόλη» του Ερμή του Τρισμέγιστου, στην οποία έχω αφιερώσει ειδικό άρθρο που δημοσιεύθηκε στο Strange 134. Σε προηγούμενη δημοσίευση, έχω ασχοληθεί με την διάταξη της ταλισμανικής πόλης, βλ. εδώ

20.8.11

RAOUL RUIZ (1941–2011)



Αποχαιρετούμε σήμερα τον μάγιστρο του κινηματογραφικού παιχνιδιού, τον Ραούλ Ρουίζ, έναν από τους τελευταίους της παλιάς φρουράς (πέρυσι έφυγε ο Ερίκ Ρομέρ –έχετε δει τον Τριπλό Πράκτορα, την προτελευταία ταινία του που αναφέρεται στο παρασκήνιο της ευρασιατικής συνωμοσίας του μεσοπολέμου;...).
Θέλω να αναφερθώ σε τέσσερεις ταινίες του Ρουίζ, οι ειδικοί μπορούν να μιλήσουν καλύτερα για το σύνολο του έργου του (113 φιλμ). Η πρώτη, η πιο γνωστή, είναι το Le Temps retrouvé (Ο ξανακερδισμένος Χρόνος), βασισμένο στον Προυστ, εξερευνά τον μυστικό κόσμο της παιδικής ηλικίας. Ίδια ή ανάλογα είναι τα μυστήρια που αφηγείται ο Ρουίζ σε δύο από τις καλύτερες ταινίες του, στο Les Trois Couronnes du Matelot (Οι Τρεις Κορώνες του Ναύτη) που βασίζεται στον μύθο του Πλοίου των Νεκρών (που δεν είναι άλλο από το Πλοίο των Τρελών) και στο Trois vies et une seule mort (Τρεις ζωές και ένας μόνο θάνατος) με τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, που εμπνέεται από τον Καστανέδα και τις ιστορίες του Don Juan Matus (δηλαδή του Τρελού Don Juan). Στις Τρεις Κορώνες του Ναύτη το κεντρικό μυστήριο είναι η πολυστασία, στις Τρεις ζωές η πολυπροσωπικότητα. Η παράλληλη ύπαρξη σε διαφορετικούς τόπους και η παράλληλη ύπαρξη σε διαφορετικούς χρόνους, δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Δυο συστατικά στοιχεία του μυστικού κόσμου της παιδικής ηλικίας και, εν τέλει, του πνεύματος.
(Θυμάμαι τώρα –είχε έναν τρόπο ο Ρουίζ όταν ήταν στις καλύτερες στιγμές του– μια σκηνή από τις Τρεις Κορώνες, όπου ο θαλασσοδαρμένος ήρωας, αφού απέδρασε από το Πλοίο των Νεκρών, επιστρέφει στην γενέτειρα, στο σπίτι όπου μεγάλωσε, για να βρει στη θέση του κάτι άλλο: μαθαίνει ότι εκεί όπου ήταν το σπίτι του βρίσκεται ένας μυστικός διάδρομος μέσα από τον οποίον οι Ιησουίτες και οι Τέκτονες κυβερνούν τις τύχες του κόσμου)
(Αυτό το τελευταίο είναι βέβαια μια αναφορά στη μυστική ιστορία του Νότου –η καταγωγή του Ρουίζ είναι από τη Χιλή)


Ο κόσμος των Ναϊτών σύμφωνα με την τέχνη του Ραούλ Ρουίζ

Το τέταρτο φιλμ που θέλω να επισημάνω είναι το λιγότερο γνωστό, αγαπητό στις κινηματογραφικές λέσχες, το μπαφομετικό L'Hypothèse du Tableau Volé (Η Υπόθεση του Κλεμμένου Πίνακα) που βασίζεται στο μυθιστόρημα του Πιερ Κλοσσόφσκι Le Baphomet (Ο Μπαφομέ, 1965). (Η φωτογραφία είναι του σπουδαίου Sacha Vierny, που είχε ήδη φωτίσει την Χιροσίμα και το Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ του Αλέν Ρενέ, και αργότερα θα ξεκινούσε σταθερή συνεργασία με τον Πήτερ Γκρήναγουει). Το υλικό του βιβλίου, ο γνωστικός μύθος των Ναϊτών, τα Μυστήριά τους, οι θρύλοι, καθώς και τα θέματα και τα μοτίβα που συνθέτει ο Κλοσσόφσκι γύρω από το Ανδρόγυνο και την κοσμολογία του σεξ, όλα αυτά γίνονται αντικείμενο επεξεργασίας με τα μέσα του κινηματογράφου για να καταδειχθεί με τρόπο αυστηρό ότι υπάρχει μια κρυφή γλώσσα του σώματος, μια κρυφή γλώσσα που μπορούμε να διαβάσουμε πάνω στα σώματα, στις στάσεις και στις χειρονομίες. Ο «κλεμμένος πίνακας» υποτίθεται ότι αποκαλύπτει αυτό το άπιαστο μυστικό, που δεν είναι άλλο από το μυστικό μιας απόκρυφης τάξης, το ίδιο το μυστικό του Μπαφομέ, που δεν είναι όνομα ενός όντος αλλά ενός παράλληλου σύμπαντος. (Αυτή είναι η δική μου ανάγνωση, κάποιος άλλος μπορεί να δει κάτι άλλο μέσα σε μια τέτοια ταινία-δοκίμιο – στην περίπτωση αυτή ο όρος «ταινία-δοκίμιο» δεν είναι καθόλου αδόκιμος)
Baphomet του Κλοσσόφσκι, μετά από την κινηματογραφική του μορφή, σχεδιαζόταν να μεταμορφωθεί και σε σκηνικό δρώμενο από τον Carmelo Bene, δες σχέδιο του Κλοσσόφσκι για την παραγωγή αυτή, που δεν πραγματοποιήθηκε τελικά, σε προηγούμενη δημοσίευση στο ανθολόγιο της σελίδας, εδώ)
(Σχετικό με τον Baphomet είναι το Le Bain de Diane, Το Λουτρό της Ντιάνα, «Το Λουτρό της Άρτεμης» όπως έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά, στο οποίο ο Κλοσσόφσκι χρησιμοποιεί τον μύθο του Ακταίωνα για να διερευνήσει ένα αγαπημένο του θέμα, τη σχέση ανάμεσα στη θεοφάνεια και τη δαιμονολογία)

Στη μνήμη του Ραούλ Ρουίζ, κάτι που έγραψε ο Κλοσσόφσκι, και το οποίο ο ίδιος θα συμμεριζόταν χωρίς αμφιβολία:
«...Θα έλεγα πως, για μένα, το να γράφω βιβλία ισοδυναμεί με το να συντάσσω μία ταξιδιωτική αναφορά που θα ανακαλούσε τόπους απ’ όπου έχω περάσει. Μπορεί κανείς να τους επισκεφθεί κι ωστόσο να μην τους αναγνωρίσει από την περιγραφή μου. Άλλοι θα τους περιγράψουν και δεν θα πρόκειται καθόλου για τους ίδιους τόπους. Όποιος μπορεί να ανακαλύψει μέσα του αυτούς τους ίδιους τόπους, καθιστά τη δική μου περιγραφή άχρηστη. Η αληθινή φιλοδοξία μου δεν είναι άλλη από το να βρω συνεργούς κατάλληλους να κατοικήσουν αυτούς ακριβώς τους τόπους. Αρκεί να μου παρασχεθεί η βεβαιότητα ότι αυτοί οι τόποι υπάρχουν από μόνοι τους, και θα σταματήσω ευθύς να γράφω. Γιατί οι φίλοι μου και εγώ θα ήμασταν οι κάτοικοι αυτής της περιοχής: θα τηρούσαμε τα έθιμά της.»
(Pierre KlossowskiΠρόταση και Απόδοση, μετάφραση-επιμέλεια: Δημήτρης Γκινοσάτης, εκδ. futura, 2005)

Είναι τόσο θεμελιώδες αυτό που λέγεται παραπάνω (για αυτό που κάνουμε), ας το επαναλάβω με έντονους χαρακτήρες:

Μπορεί κανείς να τους επισκεφθεί κι ωστόσο να μην τους αναγνωρίσει από την περιγραφή μου. Άλλοι θα τους περιγράψουν και δεν θα πρόκειται καθόλου για τους ίδιους τόπους.
Όποιος μπορεί να ανακαλύψει μέσα του αυτούς τους ίδιους τόπους, καθιστά τη δική μου περιγραφή άχρηστη.

Δημήτρης Τσουμάνης

Υ.Γ. Είναι πραγματικά κρίμα που ο Ρουίζ δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει την ταινία για τη ζωή του Πυθαγόρα...