7.10.10

ΠΟΛΙΚΟΣ

Το σπίτι χτισμένο στην άκρη του βουνού, έβλεπε προς τις δύο κατευθύνσεις. Δυτικά, ένα μεγάλο παράθυρο άνοιγε στην πόλη –θολή, γιατί δεν την είχε ονειρευτεί σ’όλες τις λεπτομέρειες. Και πέρα μακριά η θάλασσα.

Ανατολικά, ένα παράθυρο αψιδωτό έδειχνε στην πράσινη φύση, στο μονοπάτι που οδηγούσε στις βαθιά κρυμμένες φωλιές των λύκων.

Άναψε το τζάκι με ξύλα κέδρου και μικρά ακανόνιστα προσαννάματα. Και μαζί με τα αποξηραμένα βότανα που έβαλε να βράζουν, πήρε να διαβάσει εκείνο το παλιό βιβλίο, που ανάμεσα στις συνταγές ελιξιρίων είχε με διακοσμημένα γράμματα δίστιχα και τρίστιχα αλχημικά ρητά. Το άφησε.

Σηκώθηκε απότομα από το μακρύ μοναστηριακό τραπέζι–τί θλιβερό έτσι άδειο και πόσο απεριποίητο! σκέφτηκε, σα να το βλέπει για πρώτη φορά– και κάνοντας μια στροφή γύρω από τον εαυτό του, πλησίασε προς το παράθυρο και αγνάντεψε κάτω την πόλη.

Είδε μέσα απ’ το θολό γυαλί τον εαυτό του σήμερα το πρωί, να περιπλανιέται στις φιλοσοφικές σχολές και στα ιερά και στις βιβλιοθήκες και σε όλα τα θαυμαστά της αγαπημένης του πόλης, και κατάλαβε πως πέρασε ένας αιώνας. Είδε και θυμήθηκε.

Θυμάσαι πώς χρυσίζει στον ήλιο η σκόνη της Αλεξάνδρειας;

Οι δρόμοι της βαθιοί σαν χαράδρες όταν πέφτει το σκοτάδι

και οι κυψέλες των σπιτιών της βουερές

σαν τα μισόλογα των μαθητών όταν ψιθυρίζουν μεταξύ τους λόγια των σοφών

όπως τη νύχτα που άναψε η μεγάλη φωτιά ο Βαλεντίνος

μας κοίταξε όλους με τα βαθιά μαύρα μάτια του κι είπε

Θα πρέπει να τον μοιραστείτε τον θάνατο

Αν θέλετε να τον εξαντλήσετε

Αν θέλετε να τον διαλύσετε

Γιατί μέσα σε σας κι από σας

πεθαίνει ο θάνατος

Τα λόγια αντήχησαν μέσα του πολλές φορές. Χανόταν το νόημά τους και γινόταν άηχος αντίλαλος. Κρύωσαν τα χέρια του. Έπεφτε κιόλας η νύχτα. Ο πολικός αστέρας θα εμφανιζόταν σε λίγο.

Στράφηκε απότομα προς τη φωτιά. Το νερό ξεχείλιζε ανενόχλητο και τα βότανα σκορπούσαν το άρωμά τους.

Έμεινε να κοιτάζει, να ακούει και να μυρίζει αυτή την εικόνα. Τόσο που ο χρόνος σταματούσε. Κι έπειτα αναρωτήθηκε εξαίφνης: Μήπως όλα ήταν ένα όνειρο; Μήπως απατήθηκε η ακοή μου;

Έβαλε την κάπα του –απ’έξω μαύρη, από μέσα άσπρη– χωρίς δεύτερη σκέψη, και βγήκε. Αριστερά του το αψιδωτό παράθυρο που έδειχνε στην πράσινη φύση, στο μονοπάτι που οδηγούσε στις βαθιά κρυμμένες φωλιές των λύκων.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΟΥΜΑΝΗΣ

(ανέκδοτο κείμενο)

6.10.10

ΤΑ ΝΗΣΙΑ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ

ΝΗΣΟΣ ΟΥΡΟΒΟΡΟΣ

Ι

Ξεκουράστηκε το βλέμμα μου από τόση απλότητα

χώμα θάλασσα ουρανός

ο κόσμος των στοιχείων

Δεν ξέρω ποιά γλώσσα θα μπορούσε να ονομάσει

πέρα

μονοπάτια ανηφορίζουν στους χαμηλούς λόφους σβήνουν

Νυχτώνει

το νησί σαν να βγήκε μόλις από το νερό

εξαφανίζεται στο σκοτάδι

μαζί του κι εγώ

άσπρες πέτρες ξέξασπρες ηλιοτρόπια

ηλιοτρόπια μαύρες αγελάδες

πρόβατα εκεί γύρω βόσκουν χώμα και χαλίκια

Μεταμορφώσεις ούτε ίχνος ζωής

ελιές τόσο κοντά στη θάλασσα μπορούν και μυρίζουν το αλάτι

οι κραυγές των αλόγων

τα άλογα

ζωντανά γλυπτά από σκοτάδι

Μια υπόγεια δεξαμενή υπάρχει μόνο, γεμάτη βρόχινο νερό, πλάι της μια άδεια πισίνα όπου έχουν φυτρώσει κάθε λογής φυτά.

Άρχει ψηλά ο θόλος του ουρανού Μόνος

ΙΙ

Η κουκουβάγια έρχεται στο δέντρο

μου μιλά και την καταλαβαίνω

Πρώτη φορά μετά από αιώνες

νομίζω ότι την καταλαβαίνω...

Από το cd walkman με τα ηχεία ακούγεται το κοντσέρτο για δύο βιολιά του Μπαχ. Το ηλεκτρικό κομμένο, το ίδιο και το νερό.

Πίνει κρασί με γυρισμένη την πλάτη στο πέλαγος

η Σελήνη ασημένια κατάλευκη την φωτίζει

Οι ομίχλες επισκέπτονται το νησί τη νύχτα. Οι τάφοι είναι χτισμένοι κλιμακωτά, στο τελείωμα ενός λόφου.

αταίριαστο με το ρομαντικό της ατμόσφαιρας:

«Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.

Αυτή η μοιραία πόλις, η Αντιόχεια

όλα τα χρήματά μου τάφαγε:

αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο»

δεν ήμουν εγώ που μίλησα αλλά η φωνή ενός νεκρού

Όχι εγώ

λέει με ένα αμυδρό χαμόγελο η θεά

Η

Ίσις Πελαγία

Όχι εγώ

άνασσα αρχέγονων Κυκλάδων

ουροβόρος

νήσος

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΟΥΜΑΝΗΣ

(ανέκδοτο κείμενο)

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΚΟΡΑΚΑ

στις υψηλές ομίχλες

«...πρόκειται για μια ακρόπολη ή για μια βασιλική κατοικία, το κτίριο, με όψη επιβλητική και αποτρεπτική, δίνει μια πραγματική εντύπωση δύναμης και ότι είναι απόρθητο. Κατασκευασμένο για να στεγάσει κάποιο θησαυρό ή για να φυλάξει κάποιο σημαντικό μυστικό, φαίνεται τόσο αδιαπέραστο που μόνο κατέχοντας τα κλειδιά των ισχυρών κλειδαριών, που το προστατεύουν από κάθε διάρρηξη, σκέφτεται κάποιος να εισέλθει. Έχει ταυτόχρονα την όψη φυλακής και σπηλαίου και από την είσοδο αποπνέει κάτι δυσοίωνο, κάτι τρομερό που φέρνει στο νου την είσοδο στα Τάρταρα: Εγκαταλείψτε κάθε ελπίδα εσείς που εισέρχεσθε...» Fulcanelli, Το Μυστήριο των Καθεδρικών

Ο Μπραν, ήρωας του ουαλικού Μύθου, είναι γίγαντας τόσο τεράστιος, ώστε όταν ξαπλώνει, το σώμα του γίνεται γέφυρα για να περάσει το στράτευμά του, είναι δηλαδή, συμβολικά, γεφυρωτής, pontifex, ποντίφικας. Ως βασιλιάς της Βρετανίας, ο Μπραν έχει στην κατοχή του τη «χύτρα της αφθονίας», όπως ο Βασιλιάς του Γκράαλ. Κατά τη διάρκεια μιας εκστρατείας η χύτρα καταστρέφεται, και ο ίδιος πληγώνεται στο πόδι, όπως ο Fisher King, ο Βασιλιάς Αλιέας (μια εκδοχή του Βασιλιά του Γκράαλ). Τότε, ο Μπραν διατάζει τους ακολούθους του να κόψουν το κεφάλι του, και να ταξιδέψουν με αυτό ως οδηγό. Το κεφάλι μιλάει στους επτά επιζήσαντες κατά τη διάρκεια των επτά χρόνων που κράτησε η περιπέτεια της μεταφοράς του στο Λονδίνο, όπου και θάφτηκε, σύμφωνα με τη διαταγή του, στον Λευκό Λόφο.

Μπραν στα ουαλικά σημαίνει κοράκι ή, πιο σωστά, κόραξ. Το επίθετο που συνοδεύει τον Μπραν είναι ευλογημένος (Bran the Blessed). Ο Μπραν λοιπόν είναι ο Ευλογημένος Κόραξ, το κρανίο του οποίου είναι θαμμένο στο Λευκό Λόφο. Ο Λευκός Λόφος είναι μια παραλλαγή του Λευκού Όρους, του ιερού βουνού στο οποίο δεν φτάνουν τα ύδατα του κατακλυσμού (γι’αυτό είναι ταυτόχρονα και νησί, η απροσπέλαστη ιερή νήσος των διάφορων παραδόσεων). Μία από τις ονομασίες του ιερού όρους είναι Montsalvat, το Όρος της Σωτηρίας ή –πιο κωδικά– το Όρος των Σεσωσμένων, στο οποίο φυλάσσεται το Γκράαλ. Στην ίδια παράδοση, στη θέση του Montsalvat υπάρχει εναλλακτικά το Κάστρο του Γκράαλ, που συμβολίζει το ίδιο πράγμα. Ένα από τα ονόματα του Κάστρου είναι Corbenic και ετυμολογείται από το corbin, κοράκι στα αρχαία γαλλικά.

Το Corbenic, το «Κάστρο του Κόρακα», έχει ετυμολογηθεί επίσης από το cors benoiz ή beneoiz (κέρας της αφθονίας) το οποίο ερμηνεύθηκε (ή παρερμηνεύθηκε) λόγω φωνητικής εξομοίωσης ως «ευλογημένο σώμα», δηλαδή το Corpus Christi της Θείας Ευχαριστίας. Παραλλαγή του τελευταίου είναι το corps benoit, που λόγω φωνητικής εξομοίωσης πάλι γίνεται cors benoit, «ευλογημένη κούπα». (Κοράκι–κέρας–κούπα–σώμα: ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα της γλώσσας των πουλιών στη σχετική με το Γκράαλ λογοτεχνία).

Κόραξ ονομάζεται ο πρώτος βαθμός μύησης σε ορισμένα αρχαία Μυστήρια, όπως τα Μυστήρια του Μίθρα, στα οποία το άλλο όνομα αυτού του βαθμού είναι Ευχαριστία και αναφέρεται στον μυητικό θάνατο. Κεφαλή του κόρακα (caput corvui) αποκαλείται το πρώτο στάδιο του αλχημικού Μεγάλου Έργου, το Nigredo (Μελάνωσις). Η μελάνωση συμβολίζεται και από τη νεκροκεφαλή (caput mortuum), και στην ερμητική εικονογραφία το κοράκι και το κρανίο συνδυάζονται σε ένα σύμβολο, ενώ στα λεγόμενα ερμητικά οικόσημα η νεκροκεφαλή υποκαθίσταται από την περικεφαλαία...

Η ετυμολογία των λέξεων αποκαλύπτει ότι η λέξη κρανίο έχει κοινή ρίζα με την κορώνη (κουρούνα), πουλί συγγενικό με το κοράκι, και με την κορώνα (στέμμα) (όπως, αντίστοιχα, οι λέξεις crow και crown στα αγγλικά). Κοινή είναι η ρίζα αυτών των λέξεων και με το cornu (κέρατο). Τα κέρατα, όπως οι ακτίνες στο βασιλικό στέμμα, συμβολίζουν τις ακτίνες του Μαύρου Ήλιου. Είναι φανερή, ακόμη, η ετυμολογική σχέση της λέξης cornu με τον Κρόνο, όπως και με τον κερασφόρο θεό Cernunnos. Και, επιπλέον, με το cerebrum=εγκέφαλος, το cere=καλύπτω, τη ρωμαϊκή θεά Ceres (Δήμητρα), καθώς και με το cervum=ελάφι (κυριολεκτικά: αυτό που φέρει κέρατα) και βέβαια με το κέρας, τις Κήρες και τον Κέρβερο.

Ο λόφος του Καπιτωλίου της Ρώμης, λέγεται ότι πήρε το όνομά του από ένα κρανίο (caput) που βρέθηκε κατά τη διάρκεια των εκσκαφών των θεμελίων του ναού του Iupiter (Ζευς). Από εδώ προέρχεται και η λέξη capital (πρωτεύουσα). Σύμφωνα με την ιουδαϊκή παράδοση, το κρανίο του Αδάμ διαφυλάχθηκε από τον Νώε, ο οποίος το παρέδωσε στον γιό του Σημ και αυτός με τη σειρά του στον Μελχισεδέκ (τον «συγκομιστή του φωτός», σύμφωνα με τους Γνωστικούς). Τελικά το κρανίο αποτέθηκε σε έναν τόπο που ονομάστηκε εξαιτίας του Γολγοθάς (κρανίο). Στην χριστιανική εικονογραφία, στη σκηνή της Σταύρωσης, το κρανίο του Αδάμ αναπαρίσταται στη βάση του Σταυρού του Γολγοθά (ο σταυρός, σύμβολο του κοσμικού άξονα: Τόπος Κρανίου Παράδεισος Γέγονε).

Η Άβυδος, λέει ο μύθος, είναι ο τόπος όπου θάφτηκε η κεφαλή του Όσιρι. Η κεφαλή είναι το τελευταίο κομμάτι του διαμελισμένου σώματος του Βασιλιά που ανακάλυψε η Ίσις, και τον επανέφερε στη ζωή. Το αρχαίο αιγυπτιακό όνομα της Αβύδου είναι Abdju: «ο λόφος του συμβόλου», «ο λόφος της λειψανοθήκης». Στην έρημο που απλώνεται πέρα από το λόφο, οι Αιγύπτιοι πίστευαν ότι βρίσκεται η είσοδος στον Κάτω Κόσμο...

Δημήτρης Τσουμάνης

Βλ. τα άρθρα μου Ομιλούσες Ασώματες Κεφαλές (Strange 114) και Η Μυστική Κοσμολογία της Αρχιτεκτονικής (Strange 103)

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΑΣΙΑΣ

Η περίεργη επικαιρότητα του βιβλίου του F.Ossendowski

Θεοί, Άνθρωποι και Κτήνη είναι ο περιεκτικός όσο και υπαινικτικός τίτλος του βιβλίου του Πολωνού Φερδινάνδου Οσσεντόφσκι (έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις Άγνωστο), όπου ο συγγραφέας του περιγράφει την περιπέτεια της διαφυγής του από τη Σιβηρία τον καιρό που ξέσπασε στη Ρωσία η «τρέλα της επανάστασης», όπως την ονομάζει (δεν είναι εύκολο να φανταστούμε τον αντίκτυπο που είχε το γεγονός την εποχή εκείνη). Υπό την απειλή των διώξεων από τους Μπολσεβίκους, ο συγγραφέας θα αναγκαστεί να περιπλανηθεί στην Κεντρική Ασία αναζητώντας έναν υδάτινο δρόμο επιστροφής στην Ευρώπη. Η παραμονή του στη Μογγολία θα τον φέρει αντιμέτωπο με τις μυστικές δοξασίες της «βασανισμένης καρδιάς της Ασίας», με τον κόσμο των νομάδων και τον ιδιαίτερο τρόπο ζωής τους καθώς και με τις άγνωστες ψυχικές δυνάμεις τους (ένας Βουδιστής Λάμα θα κάνει μπροστά του μια επίδειξη της τέχνης δημιουργίας ψευδαισθήσεων που θα τον εντυπωσιάσει και θα τον προβληματίσει έντονα).
Αλλά ο κύριος λόγος που έγραψε το βιβλίο του ήταν για να αφηγηθεί όσα άκουσε και όσα ανακάλυψε σχετικά με αυτό που ονομάζει «Μυστήριο των Μυστηρίων»: το υπόγειο βασίλειο της «Agarthi» ή «Agarti», που μέσα από ένα δίκτυο στοών εκτείνεται σε ολόκληρο τον πλανήτη, και όπου έχει την έδρα του ο Βασιλιάς του Κόσμου. «...Άρχισα», γράφει, «να καταλαβαίνω πως μέσα σ’αυτόν το θρύλο, είτε πρόκειται για ύπνωση ή για ένα μαζικό όραμα [και το λέει αυτό γιατί γνώρισε από πρώτο χέρι τη δυνατότητα ορισμένων λάμα να προκαλούν στους άλλους τέτοια οράματα], είναι κρυμμένο όχι μονάχα μυστήριο αλλά και μια ρεαλιστική και ισχυρή δύναμη ικανή να επηρεάσει τη ροή της πολιτικής ζωής της Ασίας. Από εκείνη τη στιγμή άρχισα να κάνω έρευνες...» 
Η διαδρομή του Οσσεντόφσκι (από τη γαλλική έκδοση του 1924)
Αλλά πέρα από τις έρευνες, ο Οσσεντόφσκι έζησε ο ίδιος ένα περιστατικό που του έκανε ακόμα πιο απτή την παρουσία του μυστηρίου. Ανεξήγητο και δύσκολο να περιγραφεί, αναφέρεται σε μια κατάσταση γενικής έκστασης ή καλύτερα δέους των ανθρώπων, της φύσης και των ζώων τη στιγμή κατά την οποία, σύμφωνα με τους ντόπιους, τελούνται οι υπόγειες τελετές της Αγκάρθα, κάτι που, σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, μπορεί να παρομοιαστεί με το «πανικόν δείμα», τον «πανικό» που προέρχεται από τον θεό Πάνα, για τον οποίο μιλούσαν στην αρχαία Ελλάδα ( κάτι ανάλογο περιγράφει και ο Σαιντ-Υβ ντ’Αλβέντρ στο Mission de lInde –άλλωστε τα αρκετά κοινά σημεία που υπάρχουν ανάμεσα στα δύο βιβλία οδήγησαν ορισμένους να θεωρήσουν ότι εκεί βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό ο Οσσεντόφσκι ).
Ωστόσο, αν θέλει κάποιος να εντοπίσει τον προβληματισμό που διατρέχει υπόγεια το βιβλίο, πρέπει να σταθεί λίγο στην αινιγματική φιγούρα του Βαρόνου Ούγκερν φον Στέρνμπεργκ, ενός αντι-μπολσεβίκου που ενώ στην αρχή συντάχθηκε στο πλευρό των Λευκών εναντίον των Κόκκινων Ρώσων επαναστατών, στη συνέχεια αυτονομήθηκε με τον δικό του στρατό και, καταλήγοντας στη Μογγολία το 1921, κατάφερε να διώξει τους Κινέζους και να ανακηρύχθεί μονάρχης, θεωρώντας τον εαυτό του μετενσάρκωση του Τζένγκις Χαν (ένα σχεδόν «μυθιστορηματικό» πρόσωπο από κάθε άποψη).
Στους διαλόγους του με τον Οσσεντόφσκι, ο Τρελός Βαρόνος, όπως έμεινε γνωστός, ξεδιπλώνει την πρόθεση ενός Πανασιατικού Σχεδίου: μια ένωση ασιατικών λαών και φυλών (Μογγόλοι, Θιβετιανοί, Αφγανοί, Τάταροι κ.α.) σε ένα κράτος υπό την εποπτεία της Κίνας, με άμεσο στόχο τον πόλεμο ενάντια στην «άγνωστη Κατάρα» που με όπλο της την επανάσταση κυριαρχεί στη Ρωσία και είναι έτοιμη να βυθίσει τον κόσμο στο χάος. «Εμφανίστηκε, γύρισε τον τροχό της προόδου προς τα πίσω και έκλεισε το δρόμο μας προς την Θειότητα» λέει χαρακτηριστικά σε ένα σημείο. Θα μπορούσε κάποιος να συμπεράνει ότι ο φον Στέρνμπεργκ εκφράζει απλώς τη φοβία ενός συντηρητικού απέναντι στον μοντέρνο κόσμο, ιδιαίτερα αν πάρει υπ’όψιν του ότι ήταν απογόνος Σταυροφόρων και Τευτόνων Ιπποτών. Είναι γεγονός, πάντως, ότι από τον καιρό της Γαλλικής Επανάστασης και έπειτα, έχει εκφραστεί από διάφορες πλευρές και με διαφορους τρόπους η άποψη ότι οι αλλαγές της εποχής είναι τόσο απρόβλεπτες και απότομες που μπορούν να εξηγηθούν μόνο με την υπόθεση ότι υπάρχει μια «δύναμη» (όχι ανθρώπινη) που τους δίνει ώθηση από τα παρασκήνια –αυτό που ο βαρόνος ονομάζει «η άγνωστη Κατάρα» που θα οδηγήσει τελικά, αν δεν εμποδιστεί, στη «σκοτεινή, τρελή καταστροφή της ανθρωπότητας».
Αλλά και ο ίδιος ο Οσσεντόφσκι, σε ένα από τα πιο ωραία σημεία της αφήγησης της περιπλάνησής του στο βιβλίο του, εκφράζει μια «προφητική» διάθεση :
«Πού είμαι; Σε ποιά εποχή ζω; Δεν γνώριζα, αλλά ένιωθα ανεπαίσθητα το αόρατο άγγιγμα μιας μεγάλης ιδέας, ενός πελώριου σχεδίου, μιας απερίγραπτης ανθρώπινης δυστυχίας»

Δ.Τ.
Από το άρθρο μου Οι Ονειρευτές της Αγκάρθα (Strange 102)