11.8.12

Ο Άνθρωπος του Δάσους – Ο Τρελός του Έργου

Η κρυμμένη αρμονία, όχι των αντιθέτων αλλά των ετέρων

...η μαγική Γη αποκαλείται Γεωμαντεία... Αλλά μετατρεπόμενη μέσω της μηχανικής Μαγείας σε ύδωρ, λέγεται γι’ αυτό Υδρομαντεία... Και λέγεται εξίσου Αερομαντεία από τον αέρα, ο οποίος όχι μόνο βρίσκεται σε αυτή τη μαγική ουσία μαζί με τα άλλα τρία στοιχεία, αλλά ακόμη επειδή στη μαγική τους κυκλοφορία, και ανύψωση, όπως η Γη γίνεται ύδωρ, έτσι αυτό ανερχόμενο μετατρέπεται σε αέρα, ο οποίος φθάνοντας τελικά στην ύστατη τελειοποίηση, ολόκληρος μεταμορφώνεται στην πύρινη φύση. Επομένως, καθώς η ηρωϊκή Λίθος είναι καθαρό πυρ, γι’ αυτό και η μαντεία που γίνεται μέσω αυτής εύλογα ονομάζεται Πυρομαντεία...
Il Mondo Magico de gli Heroi (μτφρ. Δ.Τ.)


Προχέδιο της Sveva Caetani για το Τρίπτυχο σε κίτρινο και γκρίζο


Παραθέτω εδώ το υποκεφάλαιο με τίτλο «Στοιχεία της αρχαϊκής φυσικής θρησκείας», από το άρθρο μου Το Απόκρυφο Τρίτο Μονοπάτι της Αλχημείας (Strange 139), μαζί με ορισμένες σημειώσεις που κράτησα ξαναδιαβάζοντάς το πρόσφατα. Αν το προτείνω ξανά, είναι γιατί είμαι πεπεισμένος ότι Ταοϊσμός και Ερμητισμός οδηγούν μακριά, πολύ μακριά (αλλά ποιός Ταοϊσμός, ποιός Ερμητισμός...). Για όποιον από την ίδια του τη φύση, ή από μία ορισμένη πλευρά του εαυτού του, είναι σε θέση να εννοήσει, αρκεί να μη μείνει στο γράμμα αλλά να αναζητήσει το πνεύμα του κειμένου. Έχοντας, όμως, κατά νου ότι το πνεύμα περνάει (αυστηρά) μέσα από το γράμμα, ότι το πνεύμα χωρίς το γράμμα είναι νεκρό.


«Θα πω λοιπόν ότι η ύλη από την οποία είναι φτιαγμένη η πέτρα των φιλοσόφων έγινε όταν δεν είχε ακόμη γίνει ο άνθρωπος, και ότι αυτή ονομάζεται φιλοσοφική γη...»
Discours d’Autheur incertain sur la Pierre des Philosophes (16ος αιώνας)

Όταν κάποιος ξεκινήσει να μελετάει σοβαρά τον Ταοϊσμό και γενικά το πνευματικό σύμπαν των Κινέζων, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί αντιμέτωπος με το βασικό πρόβλημα που παρουσιάζεται σε κάθε απόπειρα γνωριμίας με τις παραδόσεις της Ανατολής. Και αυτό, βέβαια, δεν είναι άλλο από πρόβλημα γλώσσας και ερμηνείας. Όσον αφορά τον Ταοϊσμό, ειδικότερα, το χρόνιο αυτό πρόβλημα, έχει εδώ και δεκαετίες παγιωθεί σε έναν ορισμένο τρόπο και τύπο ερμηνείας που είναι προϊόν της ορθολογιστικής και ιδεαλιστικής δυτικής νοοτροπίας. Ο τύπος αυτός ερμηνείας είναι κυρίως γνωστός από την επινόηση του όρου «φιλοσοφικός Ταοϊσμός», που χρησιμοποιήθηκε στη μελέτη των γραπτών πηγών. Προέκυψε όταν άρχισαν να εφαρμόζονται κριτήρια τα οποία είναι εντελώς ξένα προς τον κινεζικό τρόπο του νοείν, και τα οποία, στην πραγματικότητα, ισχύουν για ένα μόνον κομμάτι της δυτικής Ιστορίας της φιλοσοφίας (καθώς και της δυτικής «φιλοσοφίας της Ιστορίας»). Οι μελετητές κατέληξαν έτσι σε έναν τεχνητό διαχωρισμό ανάμεσα σε έναν υποτιθέμενο «λαϊκό Ταοϊσμό», από τη μία, στον οποίον δίνεται έμφαση στις τελετουργικές πρακτικές, και σε έναν «φιλοσοφικό Ταοϊσμό» από την άλλη, ο οποίος υποτίθεται ότι είναι ο «καθαρός» Ταοϊσμός, ο Ταοϊσμός καθ’εαυτόν (και με τέτοια μορφή, ως «Κινεζική Φιλοσοφία», περιλαμβάνεται στις Ιστορίες της φιλοσοφίας).

Το πρώτο έργο που έσπασε κάθε δεσμό με αυτά τα ερμηνευτικά σχήματα είναι το Le Corps Taoïste, Corps Physique – Corps Social (Το Ταοϊστικό Σώμα, Σώμα Φυσικό – Σώμα Κοινωνικό) του καθηγητή Kristofer Schipper, που εκδόθηκε το 1982 και, ήδη από τον τίτλο του, υποδηλώνει την πρόθεση να αποκατασταθεί η σημασία των τελετουργικών πρακτικών των ταοϊστικών παράδοσεων και του κακώς εννοούμενου ««λαϊκού Ταοϊσμού», τον οποίο ο συγγραφέας γνώρισε ο ίδιος πολύ καλά από κοντά, στις κοινότητες όπου οι αρχαίες παραδόσεις είναι ακόμη μια ζωντανή και βιωμένη πραγματικότητα [1]
Το σώμα, στο έργο του Schipper, παίρνει διάφορες σημασίες και είναι η έννοια-κλειδί που ο συγγραφέας ενεργοποιεί για να περάσει τον αναγνώστη σε ένα παράλληλο νοητικό και αντιληπτικό σύμπαν, σε ένα σύμπαν όπου η μάχη ανάμεσα στη φύση και στο πνεύμα, όπως την ξέρουμε, η μάχη ανάμεσα στη φύση και στον πολιτισμό, απλώς δεν υφίσταται [2]. Συνδυάζοντας τα κείμενα και τις τελετουργίες, και παρατηρώντας τα σώματα στις φυσικές, στις μυητικές και στις κοινωνικές τους διαστάσεις, ο Schipper συνθέτει παράλληλες αφηγήσεις για να αφηγηθεί τις μεταμορφώσεις του «σώματος του Ταό».
Θα αναφερθώ σε μια από αυτές τις παράλληλες αφηγήσεις, που αφορά τον μύθο της γέννησης του Λάο Τσε. Η ιστορία λέει ότι ο Λάο Τσε, ο Παιδιογέρων (Λάο Τσε σημαίνει Γέρων–Παιδίον) γεννήθηκε με άσπρα μαλλιά, δηλαδή γέροντας σοφός, αφού παρέμεινε για πολλά χρόνια στη μήτρα μιας παρθένας. Αυτό μπορεί να ερμηνευθεί ως αλληγορία, που άλλο λέει («αλληγορεί») από αυτό που λέει, δηλαδή το γεγονός της φυσικής γέννησης αναφέρεται σε μια άλλου τύπου «γέννηση». Αλλά μπορεί, επίσης, να ερμηνευθεί συμβολικά, ως συμβολή ανάμεσα σε δυο διαφορετικά συμβάντα που αναλογούν το ένα προς το άλλο και συμβολίζονται το ένα με το άλλο, με άλλα λόγια, το ένα είναι σύμβολο του άλλου, αμφίδρομα, και όχι προς μια μόνο κατεύθυνση όπως συμβαίνει στην αλληγορία (η λεπτομέρεια αυτή κάνει όλη τη διαφορά ανάμεσα στο σύμβολο και στην αλληγορία, που κατά κανόνα συγχέονται) [3]. Ο Schipper διαβάζει την ιστορία του Λάο Τσε συμβολικώς, και τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει είναι κατά τη γνώμη μου σπάνιας αξίας. Τα αναφέρω περιληπτικά.
Αν ο λαϊκός θρύλος της γέννησης του Λάο Τσε διαβαστεί ως μυητική αφήγηση [4], αποκαλύπτει τρία βασικά θέματα της ταοϊστικής παράδοσης: α) η προγενέστερη ζωή μέσα στη μήτρα, η εμβρυακή ζωή, οι μεταλλαγές του Ενός β) η «μετουσίωση» της Μητέρας και του υιού, που μεταφράζεται ακόμη στη μεταβίβαση των μυστικών του σώματος και γ) ο θηλυκός χαρακτήρας του «εξωτερικού» ταοϊστικού σώματος σε αυτόν τον κόσμο [5].

Τί λέει, με δυο λόγια, ο Schipper; Ότι το φυσικό σώμα και το «μυητικό σώμα» είναι ένα και το αυτό σε ένα βαθύτερο, «αρχαϊκό» επίπεδο.
Σύμφωνα με τις ταοϊστικές διδασκαλίες, το Σώμα του Ταό (για να επαναλάβω τον όρο του Schipper) είναι αρχικώς γυναίκα, έπειτα παιδί. Στη γυναίκα το Ταό παίρνει σώμα, διαμέσου αυτής το Ταό αποκαλύπτεται. Η μητέρα αποκαλύπτει τα «μυστικά του σώματος». Εκείνες που θρέφουν το έμβρυο της αθανασίας είναι οι μητέρες. Σε ένα ταοϊστικό κείμενο, ο δάσκαλος μιλάει αυτή τη γλώσσα αναφερόμενος στον ίδιο του τον εαυτό: «Οι ενέργειες γιν και γιανγκ του Πρότερου Ουρανού είναι ήδη ενωμένες στο σώμα μου. Η σεξουαλική πράξη λαμβάνει χώρα εντός μου, το έμβρυο έχει ήδη σχηματισθεί. Είμαι στο σημείο να γεννήσω...».
Στο παραπάνω απόσπασμα αξίζει να προσεχθεί και η έκφραση «Πρότερος Ουρανός», η οποία γενικά ισοδυναμεί με την έκφραση «Πρωταρχικό Σύμπαν». Σύμφωνα με την κινεζική αλχημική παράδοση, το σύμπαν είναι αδημιούργητο και ακατάστρεπτο, μια ιδέα που αποτελεί πρόκληση για τη λογική. Ένα ρητό που αποδίδεται στον Κομφούκιο, μεταφράζει πολύ καλά αυτό που εννοούν οι αλχημιστές και καταστρέφεται αν μπει στα σχήματα της διαλεκτικής (γιατί το πιο φωτεινό είναι και το πιο εύθραυστο). Όταν ρώτησαν τον Κομφούκιο αν μπορούμε να γνωρίζουμε κάτι για την εποχή που δεν υπήρχε ο κόσμος, εκείνος απάντησε ότι μπορούμε, γιατί η εποχή εκείνη είναι τόσο παλαιά όσο και η σημερινή...

Στην δυτική αλχημεία, υπάρχουν διάφορα στοιχεία που παραπέμπουν σε μια ανάλογη αρχαϊκή, αρχέγονη ή πρωταρχική εμπειρία. Αρκετά από αυτά αναφέρονται στην Πρώτη Ύλη, την πρώτη από τις τρεις θεμελιώδεις αρχές της Αλχημείας, περισσότερα αναφέρονται στον Υδράργυρο, τη δεύτερη αρχή, και λιγότερα στο Θείον, την τρίτη αρχή.
Υδράργυρος (Mercurius, Ερμής) είναι η ονομασία που έδωσαν οι Ερμητιστές, σύμφωνα με τη συμβολική των αναλογιών, σε ένα περίπλοκο σύνολο συνδυασμών, και επιλέχθηκε εξαιτίας της υγρής κατάστασης του γνωστού μετάλλου. Ο Υδράργυρος ονομάζεται και Τρελός του Μεγάλου Έργου, για την αστάθεια και την πτητικότητά του, ή απλώς Τρελός της Φύσης... Οι ίδιοι οι «υιοί του Ερμή» αποκαλούνται Τρελοί και η ερμητική επιστήμη Επιστήμη των Τρελών [6]. Σε αυτό το πνεύμα, ο Fulcanelli [7] παρατηρεί ότι το κηρύκειο του θεού Ερμή δεν διαφέρει από το κρόταλον, αρχαίο παιχνίδι των παιδιών, και ότι, ως σκήπτρο των τρελών, το κηρύκειο εκφράζει την έμφυτη απλότητα που έχουν τα βρέφη «και την οποία η επιστήμη απαιτεί από τους σοφούς»...

Η πιο αρχαϊκή συμβολική μορφή του Τρελού της Φύσης, του Υδραργύρου, είναι ο Άνθρωπος του Δάσους. Ο γέρος με το πράσινο δέρμα, ο Πράσινος Άνθρωπος που έχει στοιχειώσει τη φαντασία των λαών, ο μυστηριώδης Ξένος με τον πράσινο μανδύα, που ταξιδεύει πάνω σε ένα μαγικό χαλί από πράσινο μετάξι, ο άγγελος με το πράσινο πρόσωπο, το μάτι του Όσιρη (το μάτι από πράσινο πηλό στις μούμιες), ένας κάτοικος του Παραδείσου, αν πιστέψουμε το Κοράνι που λέει ότι «οι κάτοικοι του Παραδείσου φορούν πράσινους μανδύες» (76:21). Ο Άνθρωπος του Δάσους είναι αυτό το παράξενο πλάσμα που μιλάει την ξύλινη γλώσσα, τη γλώσσα του δάσους, τη γλώσσα της ύλης (ύλη σημαίνει δάσος στην αρχαία γλώσσα), τη γλώσσα της φύσης, τη «γλώσσα των πουλιών», δηλαδή μια γλώσσα «πτητική», «υδραργυρική», ερμητική.

Υπάρχει μια ζωγραφιά του Liang Kai (12ος αιώνας), που απεικονίζει έναν Αθάνατο της Άπω Ανατολής, έναν χσιεν (κυριολεκτικά σημαίνει «άνθρωπος του βουνού»), σαν να είναι ένα ογκώδες και στρογγυλεμένο βουνό. 


Το πρόσωπό του, άμορφο και ασχημάτιστο, θυμίζει πρόσωπο νεογέννητου και φέρνει στο νου τους στίχους του Ταό Τε Κινγκ: «Μονάχα εγώ ατάραχος μένω/ σαν βρέφος που δεν χαμογέλασε/ που δεν έδωσε ακόμα σημάδι» (κεφ.20). Η τεχνική του πινέλου είναι εκείνη που χρησιμοποιείται για τη ζωγραφική τοπίου και ποτέ για τα πορτραίτα.
Δημήτρης Τσουμάνης



σημειώσεις

[1] Επίσης, σημαντική είναι προς αυτή την κατεύθυνση η συμβολή του Michael Saso με τον Master Chuang (βλ. Χοροβασία), και μερικών άλλων ακόμη, στους οποίους και θα αναφερθώ στο μέλλον.

[2] Βλ. και Πέρα από την εφήμερη εξουσία της στιγμής, το παράδειγμα του βοσκού:
  
  Πριν μερικά χρόνια, ρώτησαν έναν γέροντα βοσκό που ποτέ δεν έφυγε από τα βουνά της Ηπείρου, να τους πει, τώρα που έφτασε στο τέρμα, που ήπιε όλο το ποτήρι της ζωής ως τον πάτο, τί κατάλαβε, τί είναι η ζωή, και αυτός απάντησε με δύο ρήματα, με μία απάντηση αντάξια ενός Προσωκρατικού ή ενός Ταοϊστή: “Έφεξε... Νύχτωσε...”.

Ο λόγος είναι, βέβαια, για το Χαμένο Μονοπάτι.

[3] Η «αλληγορία», με αυτή την έννοια, είναι ιδεαλιστική, καθώς ο χθόνιος χαρακτήρας του συμβόλου τείνει να εξαερωθεί: οι ιδέες δεν ενσαρκώνονται, δεν ζουν και δεν πεθαίνουν, άρα αποκλείεται και να φανερωθούν, όχι μόνο «σε αυτόν εδώ τον κόσμο», αλλά ούτε και στην αντίπερα όχθη, πέρα από τη ζωή και πέρα από τον θάνατο. Πού αλλού τότε είναι η Οδός (το «Ταό») αν όχι έξω από αυτόν τον κόσμο;

[4] Ιδιαίτερα σημαίνουσα είναι η υπόγεια συγγένεια της μορφής του Λάο Τσε με τον Θωθ (και κατ' επέκταση με τον Ερμή-Θωθ, τον Ερμή τον Τρισμέγιστο), κάτι που δεν έχει προσεχθεί όσο θα έπρεπε. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Λάο Τσε ήταν αρχειοθέτης-βιβλιοθηκάριος, όπως ο Θωθ, σύμβολο του αιγυπτιακού ιερατείου, ήταν ο «γραμματέας των θεών» και ο επινοητής της γραφής. Στην Κόρη Κόσμου, θεμελιώδες κείμενο του αλεξανδρινού ερμητισμού, ο Ερμής ο Τρισμέγιστος παρουσιάζεται ως δημιουργός και φύλακας των απόκρυφων ιερών βιβλίων. Ανάλογος είναι ο ρόλος των διδασκάλων στον Ταοϊσμό, καθώς οι ταοϊστές διδάσκαλοι είναι, κατά τον τύπο του Λάο Τσε, οι φύλακες των Γραφών.
Δεν πρέπει, άλλωστε, να ξεχνάμε ότι η βάση του Ταοϊσμού είναι ο Κανόνας, το «ταοϊστικό Corpus». «Ο Ταοϊσμός βρίσκεται εξ ολοκλήρου υπό το σημείο του γραπτού» σημειώνει ο Schipper, «γιατί η δημιουργία του Σύμπαντος συντελείται εκκινώντας από το σημείο» – «εν αρχή ην το σημείο»... Μια ανάλογη οπτική γωνία στο ωραίο βιβλίο του Ρολάν Μπαρτ για την Ιαπωνία, Η Επικράτεια των Σημείων (L'Empire des Signes, 1970).

[5] Τα «μυστικά του σώματος» μπορεί να αναζητήσει κανείς και στις ταντρικές παραδόσεις, κυρίως το τρίτο σημείο, τον θηλυκό χαρακτήρα του «εξωτερικού» ταοϊστικού σώματος «σε αυτόν τον κόσμο», που αποτελεί και το σημείο εκκίνησης για τον ταντριστή: το «σώμα της Σάκτι» (κάθετί που είναι γη, ύλη), υδραργυρικό σώμα το οποίο, όπως το ερμητικό Δοχείο, περιέχει τον Φιλοσοφικό Χρυσό, το «σπέρμα του Σίβα» ή το έμβρυο της αθανασίας.

Ένα ζήτημα που πρέπει να τεθεί και να ξεκαθαρισθεί είναι το εξής: δεν είναι δυνατόν να προσέρχεται κανείς στις ανατολικές παραδόσεις ως «νεοφώτιστος». Η μετάβαση στο πνευματικό κλίμα της Ανατολής δεν είναι ούτε τόσο άμεση ούτε τόσο αυτονόητη όσο υποτίθεται συνήθως. Πηγαίνουμε στην Ανατολή ως δυτικοί, είτε το ξέρουμε είτε όχι, είτε το θέλουμε είτε όχι (στη Δύση, συμβατικά μιλώντας, ανήκει και η «καθ' ημάς Ανατολή»). Και όχι μόνο, αλλά θα έλεγα ότι πρέπει συνειδητά να πηγαίνουμε ως δυτικοί. Μόνο τότε θα είναι πραγματική η συνάντηση. Η κρυμμένη αρμονία, όχι των αντιθέτων αλλά των ετέρων.

[6] Έχω αναφερθεί αρκετές φορές στην Αλχημεία ως Επιστήμη των Τρελών, και στην Αλχημεία ως Ludus Puerorum («παιδιών παιχνίδι»). Η αναζήτηση αυτού που είναι αρχέγονο, αρχαϊκό, δεν μπορεί να προκύψει ως θεωρητικό ενδιαφέρον, ούτε και να πραγματοποιηθεί ως θεωρητικό ενδιαφέρον. Γιατί είναι η αναζήτηση μιας γης, έστω και αν αυτή η γη είναι «φιλοσοφική»...

[7] Πόσο διαφέρει η ερμηνεία αυτή του Fulcanelli από ορισμένες ψευδο-επιστημονικές απόψεις που κυκλοφορούν σήμερα για το κηρύκειο και οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με την Ερμητική Παράδοση... Ένας βασικός κανόνας για τους αλχημιστές, αλλά και για τους μελετητές, είναι: Απόφυγε, όσο μπορείς, τις συγκρίσεις ανάμεσα στην αλχημεία και στη σύγχρονη επιστήμη. Αλλά είναι στην πορεία που συνειδητοποιεί κανείς πλήρως τη σημασία αυτής της «απαγόρευσης». Η Αλχημεία (όπως και ο Ταοϊσμός, άλλωστε) δεν είναι ανθρωποκεντρική, και αυτό συνιστά, κατά βάση, την ιδιαίτερη δυσκολία της. 

 

10.5.12

ΜΕΣΟΚΟΣΜΟΣ –Μικρή εισαγωγή στο βασίλειο της Imaginatio


Από τη σπηλιά των Τρελών ως τα ούφο με όχημα τη Φιλοσοφία

Ο Σουχραβάρντι, ο οραματιστής φιλόσοφος του Ιράν, έλεγε ότι υπάρχουν τρεις, κατά βάση, τρόποι να ατενίζεις τον ουρανό: όπως οι κοινοί άνθρωποι και τα ζώα, όπως οι άνθρωποι της επιστήμης, που βλέπουν τους ουρανούς με τα μάτια των ουρανών, και ένας τρίτος τρόπος, ανώτερος από τους προηγούμενους, με τα μάτια της εσωτερικής όρασης.

Ο Henry Corbin, μελετώντας σε βάθος τον Σουχραβάρντι καθώς και όλα τα παρακλάδια του ισλαμικού εσωτερισμού, εντόπισε από την αρχή την ιδιαίτερη σημασία της Φαντασίας και επινόησε τον όρο imaginal για να περιγράψει το θεμελιώδες εκείνο στοιχείο που συγκροτεί τον μετασυμβολικό πυρήνα των μυστικών αυτών παραδόσεων. Απέφυγε το επίθετο imaginaire (φανταστικός), θεωρώντας ότι η πολυχρησιμοποιημένη αυτή λέξη θα παρέπεμπε αναπόφευκτα στην τρέχουσα σημασία της φαντασίας, της imaginatio ως κάτι το μη πραγματικό, το ψευδές. Η επιφύλαξη του Corbin αποδείχθηκε βάσιμη, πολύ περισσότερο μάλιστα αν αναλογιστούμε ότι ούτε ο νεολογισμός imaginal στάθηκε αρκετός για να διαλύσει τελείως τη σύγχυση. Και αυτό γιατί πίσω από τη διάκριση ανάμεσα στο φανταστικό και το πραγματικό παραμένει πανίσχυρη η θεμελιώδης διάκριση ανάμεσα στο αισθητό και στο νοητό.
Στον ισλαμικό εσωτερισμό, ιδιαίτερα στα ιρανικά–σιϊτικά ρεύματα, πλάι στη διάκριση ανάμεσα στο αισθητό και στο νοητό, κληρονομιά του Νεοπλατωνισμού στον οποίον αναβαπτίσθηκε η ισλαμική φιλοσοφία, στέκει μία άλλη διάκριση με βάση την οποία η διχοτομία αίσθησης και νόησης τείνει να διαλυθεί, να μεταμορφωθεί μέσα στο αναγεννώμενο σύμπαν της ενόρασης. Πρόκειται για τη διάκριση ανάμεσα στην Ιδέα ως Αρχέτυπο και στην Ιδέα–Εικόνα, μία λεπτή, θεμελιώδη διάκριση που διανοίγει το πεδίο για μία παράδοξη, ασύλληπτη Μεγάλη Έκρηξη της φαντασίας: για τη μεταμόρφωση της Φαντασίας σε θεοφάνεια, σε ένα πεδίο πολλαπλών, κλιμακωτών θεοφανειών.
Δύο, κατά βάση, συμβολικοί κόσμοι αναπαριστούν τις ενέργειες των Ιδεών. Οι Ιδέες εκδηλώνονται ως Αρχέτυπα στο Γιαμπαρούτ, τον «κόσμο των Νοών», και ως Εικόνες στο Μαλακούτ, τον «κόσμο της εικόνας». Ο οραματιστής του Μαλακούτ, θεάται τα πράγματα αυτού εδώ του κόσμου αλλά τα θεάται όπως αυτά είναι στο Μαλακούτ... Δεν πρόκειται για φυγή σε φανταστικούς κόσμους.

...Κάθε στιγμή το πλάνο Κάλλος/ προβάλλει εν ετέρα μορφή/ γητεύει την ψυχή κι εξαφανίζεται/ Κάθε στιγμή ο Αγαπημένος/ ενδύεται κι ένα καινούριο ένδυμα (Ρουμί)

Ο Corbin επινόησε τον όρο imaginal έχοντας κατά νου το Μαλακούτ, ώστε να αποδώσει στη συνέχεια την εναλλακτική, τεχνική ονομασία του όρου, η οποία είναι alam al-mithal, «κόσμος της εικόνας». Σχημάτισε έτσι τον όρο Mundus Imaginalis, στα λατινικά. Είναι μεγάλη συζήτηση. Αν, για λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί, δεν μπορούσε να επαφίεται πλέον στη λέξη imago και στα παράγωγά της, αναρωτιέται κανείς γιατί ο Corbin δεν ανακάλεσε τη λέξη εικόνα, αντί να καταφύγει σε αμφίβολους νεολογισμούς. Πόσο μάλλον όταν ο ίδιος γνώριζε αρκετά καλά την ιδιαίτερη σημασία που έχει η λέξη εικόνα και η έννοια του εικονίζειν στη θεολογία της Ορθοδοξίας. Γιατί ο Corbin σε κάποιο σημείο επικαλείται τη βυζαντινή λειτουργία, για να φέρει κοντά στον δυτικό αναγνώστη την ούτως ή άλλως παράδοξη έννοια του Mundus Imaginalis. Αναφέρεται συγκεκριμένα σε μία φράση που ψάλλει ο Χορός πριν από την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας: «[ημείς] τα Χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες», «εμείς που κατά τρόπο μυστικό εικονίζουμε τα Χερουβείμ» – κάτι που κάποτε έψελνε ο «λαός», το εκκλησίασμα, εικονίζοντας τους Αγγέλους. 

«Οι τα Χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες»
Οι άγγελοι της Μεγάλης Εισόδου, από την Περίβλεπτο του Μυστρά. 
Η εικόνα παραπέμπει σε αρχαίες μυστηριακές λατρείες

Αλλά τί σημαίνει εικονίζω; Εικονίζω μυστικώς; Σημαίνει «μιμούμαι το αρχέτυπο». Παρενθετικά πρέπει να σημειωθεί ότι και η μίμηση έχει ως έννοια υποστεί αλλοιώσεις ανάλογες με εκείνες που έχει υποστεί η λέξη εικόνα. Αλλοιώσεις που μαρτυρούν, για να το πούμε χωρίς περιστροφές, μία σοβαρή διαταραχή στη σχέση του ανθρώπου με το «υπεραισθητό», το «υπερφυσικό», ή, αν θέλετε, το «αγγελικό».
Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, όσο ελλιπή και αν είναι αυτά, μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι στα θεατρικού τύπου δρώμενα των αρχαίων Μυστηρίων η μίμηση ήταν μίμηση μορφής, μίμηση είδους, αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε τους όρους που υιοθέτησαν οι φιλόσοφοι μελετώντας τις θρησκευτικές παραδόσεις και τις διάφορες μορφές τέχνης που απέρρευσαν από αυτές, όπως το έπραξε ο Αριστοτέλης μελετώντας την τραγωδία. Μίμηση μορφής, μίμηση είδους, δηλαδή αναγωγή στο αρχέτυπο.
Φυσικά, η πιο απτή μαρτυρία για το πώς ακριβώς εννοεί η αρχαιότητα την αναγωγή στα αρχέτυπα βρίσκεται στην τέχνη, στην γλυπτική, όπου το αρχέτυπο, ενσαρκωμένο στο κάλλος και στην τελειότητα της μορφής (του «είδους») φανερώνεται ως το καθολικό και το γενικό (το γένος). Στη δε βυζαντινή τέχνη, η αναγωγή στο αρχέτυπο εκκινεί από την υπόσταση, καθώς η θεολογία της εικόνας αποτελεί μέρος της θεολογίας του προσώπου.

Κάλλιστα λοιπόν ο Mundus Imaginalis θα μπορούσε να μεταφραστεί «Κόσμος της Εικόνας», παραπέμποντας στη βυζαντινή έννοια της εικόνας, ή ακόμη και Εικονικός Κόσμος, δηλαδή «κόσμος των Ιδεών–Εικόνων». Αυτός ο «κόσμος» ή βασίλειο των Αρχετύπων–Εικόνων είναι, με μία ειδική σημασία, και το Bασίλειο της Imaginatio. Όπως έλεγε ο Ιρανός Muhsin-Fayz τον 17ο αιώνα, ο Mundus Imaginalis «κατέχει στην τάξη του μακρόκοσμου την ίδια θέση που η Imaginatio κατέχει στον μικρόκοσμο» (παρατίθεται από τον Henry Corbin στο Terre céleste et corps de résurrection).
Η λέξη imaginatio, η οποία παραδοσιακά χρησιμοποιείται από τους Ερμητιστές της Ευρώπης, συνήθως μεταφράζεται ως «φαντασία», κυριολεκτικά όμως σημαίνει εικονοποίηση. Η Imaginatio αναφέρεται στην «αυτόνομη φαντασία», στη φαντασία ως δύναμη του μικρόκοσμου, και διακρίνεται από την απλή υποκειμενική «φαντασία», την παραγωγή «φαντασμάτων» που έχουν εφήμερη ύπαρξη και δεν υπάρχουν ανεξάρτητα από το υποκείμενο. Η Imaginatio αποκαλείται και «δημιουργική φαντασία» (creative imagination) ή, καλύτερα, «δημιουργός φαντασία» (imagination créatrice, στα γαλλικά, όπου το créatrice, επίθετο και ουσιαστικό, διακρίνεται από το créative, που είναι μόνον επίθετο). Η Δημιουργός Φαντασία είναι η Φαντασία ως δύναμη του Μακρόκοσμου και του Μικρόκοσμου. Όσον αφορά τον μικρόκοσμο, ειδικότερα, ως καταλληλότερη απόδοση του όρου Imaginatio έχω προτείνει τον όρο ενορατική εικονοποίηση.
Στη Νεότερη Φιλοσοφία η δημιουργός φαντασία εμφανίζεται και με τον όρο παραγωγός φαντασία (Produktive Einbildungskraft) στον Καντ και στον Χέγκελ. Για τον Καντ η παραγωγός φαντασία είναι η πηγή των «καθαρών παραστάσεων» του χώρου και του χρόνου, ενώ η φαντασία που προσδιορίζεται ως reproduktive (ανα–παραγωγική) είναι εμπειρικής φύσης, πηγή αισθητών μόνο παραστάσεων. Στον Χέγκελ, η φιλοσοφία του οποίου έχει πιο ερμητικές καταβολές (όπως πρώτος έδειξε ο Jacques d'Hondt και πιο πρόσφατα ο G.A. Magee), η παραγωγός φαντασία θεμελιακή έννοια της Αισθητικής του συλλαμβάνεται ως ενδιάμεσος τρίτος όρος ανάμεσα στο αισθητό και στο νοητό.

Αναφέρθηκα στον Καντ και στον Χέγκελ, για τον επιπλέον λόγο ότι η imaginatio της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να βάρυνε στην επιλογή από τον Henry Corbin ενός εναλλακτικού όρου για τον Mundus Imaginalis, του όρου Μεσόκοσμος (Mesocosme). Αλλά ο Corbin δεν επινόησε (όπως νόμισαν κάποιοι) αυτόν τον όρο, τον πήρε από τον Ερμητισμό. Σπανιότερος, βέβαια, από τον μικρόκοσμο και τον μακρόκοσμο, ο όρος μεσόκοσμος απαντάται σε ορισμένα αλχημικά κείμενα, δηλαδή σε κείμενα που δεν διαβάζει και δεν μελετά σχεδόν κανείς.
Μία αλχημική πραγματεία του 17ου αιώνα αφιερώνει έναν πίνακα, ένα συμβολικό διάγραμμα, αποκλειστικά στην έννοια του Μεσοκόσμου. Πρόκειται για το έργο που φέρει τον σημαίνοντα τίτλο Sylva Philosophorum (Δάσος των Φιλοσόφων), με τη λέξη sylva να παραπέμπει στη διπλή σημασία της αρχαίας λέξης ύλη («ύλη» και «δάσος») και συνεπώς στην Πρώτη Ύλη των αλχημιστών, στην «αρχέγονη ύλη», στο Χάος των Σοφών.
Αυτός είναι ο όγδοος πίνακας του Sylva Philosophorum και φέρει τον τίτλο Mesocosmus:



Γύρω από το διάγραμμα διαβάζουμε το ρητό: Omnibus sed paucis luceo, «Για όλους και εντούτοις για μερικούς φωτίζω».
Στο οκτάγωνο αναγράφονται οι ποιότητες των τεσσάρων στοιχείων: θερμό, υγρό, ψυχρό, ξηρό (κατά τη φορά των δεικτών του ρολογιού). Στο τετράγωνο τα τέσσερα στοιχεία: τα ενεργητικά (activa) πυρ και αήρ και τα παθητικά (passiva) ύδωρ και γη. Πυρ και γη χαρακτηρίζονται sulphurea (θειϊκά), αήρ και ύδωρ mercurialia (υδραργυρικά).
Στη βάση του τριγώνου, δύο σφαίρες: Sol και Luna, Ήλιος και Σελήνη. Από την ένωσή τους προκύπτει στην κορυφή του τριγώνου το Azoth, δηλαδή ο Υδράργυρος (μία άλλη ονομασία είναι Spiritus animatus, το «έμψυχο πνεύμα», καρπός του «αλχημικού γάμου» του spiritus και της anima, του «πνεύματος» και της «ψυχής»: του υδραργύρου και του θείου).
Και στις τρεις πλευρές του τριγώνου, που σχηματίζουν ο Sol, η Luna και το Azoth, η φράση Non est, «Μη-είναι». Άλλες τρεις γραμμές, στις οποίες αναγράφεται η λέξη Est (Είναι), συνενώνονται στο κέντρο του τριγώνου («in trigono centri»), στη σφαίρα της Φιλοσοφικής Λίθου.

Η λεζάντα (η οποία κανονικά θα έπρεπε να βρίσκεται πάνω από το διάγραμμα) γράφει: Rosa: Fac ex masculo et faemina circulum rotundum et ex eo extrahes quadrangulum. Et ex quadrangulo triangulum. Et ex triangulo fac circulum rotundum: et habebis lapidem philosophorum:
Μετάφραση: Ρόδο: Κάνε από το άρρεν και το θήλυ κύκλο και από αυτά εξάγαγε τετράγωνο. Και από το τετράγωνο τρίγωνο. Και από το τρίγωνο κάνε κύκλο: και θα αποκτήσεις τη φιλοσοφική λίθο:
Η ίδια διδασκαλία περιέχεται σε ένα άλλο έργο της ίδιας εποχής, στην περίφημη Atalanta Fugiens του Michael Maier και συγκεκριμένα στο εικοστό πρώτο Έμβλημα:



Όπως κατά κανόνα ισχύει στα συμβολικά διαγράμματα της Αλχημείας, κάθε ένα από αυτά αποτελεί και μία σύνοψη του Έργου, του συνόλου της Ερμητικής Φιλοσοφίας. Στα διαγράμματα του Μεσόκοσμου (αν θεωρήσουμε ότι και το έμβλημα του Maier αναφέρεται κατεξοχήν στον Μεσόκοσμο, κάτι που θεωρώ βάσιμο) το κλειδί είναι ο τρίτος όρος όπως, τηρουμένων των αναλογιών, τον συνέλαβε ο Χέγκελ στην έννοια της παραγωγού φαντασίας, στα πλαίσια του Ιδεαλισμού, και όπως τον ερμήνευσε ο Corbin στα κείμενα των ισλαμικών εσωτερικών παραδόσεων. Ένας τρίτος όρος, ανάμεσα στο αισθητό και στο νοητό.

Το Έργο είναι ένας τρίτος κόσμος επειδή είναι όμοιος με τους δύο άλλους κόσμους και επειδή επανενώνει τις δυνάμεις του μακρόκοσμου και του μικρόκοσμου (Βίβλος του Ελέους, πραγματεία της σχολής του Geber)

Ο Μεσόκοσμος αποτελεί έννοια–κλειδί γιατί μας οδηγεί στην καρδιά της φιλοσοφίας, στη φιλοσοφία όπως την εννοούσαν κάποτε. Ο Αριστοτέλης, στα Μετά τα φυσικά, ορίζει την αστρονομία ως την πλησιέστερη από τις μαθηματικές επιστήμες προς τη φιλοσοφία για τον λόγο ότι η αστρονομία ασχολείται με μια ουσία που είναι και αισθητή και αιώνια (περί ουσίας αισθητής μεν αϊδίου, 1073b). Η παρατήρηση αυτή του Αριστοτέλη θα μπορούσε να μας δώσει και τον ιδανικό ίσως ορισμό της Αλχημείας, ακριβώς επειδή η Αλχημεία ασχολείται με «ουσίες» («οντότητες») που είναι και αισθητές και αιώνιες, με άλλα λόγια και αισθητές και νοητές. Θα κατανοούσαμε τότε, επίσης, γιατί οι αλχημιστές αποκαλούνται κατά παράδοση όχι αλχημιστές αλλά Φιλόσοφοι, και γιατί η Λίθος τους ονομάζεται Φιλοσοφική Λίθος... Τί σημαίνει όταν λέμε ότι κάτι είναι «φιλοσοφικό», τί σήμαινε κάποτε.

Ο Paolo Lucarelli, ο «Τελευταίος Αλχημιστής», όπως τον αποκαλούν οι σύντροφοί του στην Ιταλία, εξέφρασε κάποτε το κρυφό, το λησμονημένο περιεχόμενο της Φιλοσοφίας με την ακόλουθη αποστροφή: «Η Αλχημεία είναι ένα όνειρο πραγματικό»...
Και έπαιζε, όπως πάντα, με τις λέξεις. Γιατί στα ιταλικά η λέξη reale μπορεί να σημαίνει πραγματικός, μπορεί να σημαίνει και βασιλικός. Η Αλχημεία, δηλαδή η φιλοσοφία που ασχολείται με ουσίες που είναι ταυτόχρονα αισθητές και νοητές, είναι όνειρο πραγματικό, και επειδή είναι όνειρο πραγματικό είναι όνειρο βασιλικό.

Ο Φρόιντ λέει ότι το όνειρο είναι η βασιλική οδός προς το Ασυνείδητο (ενώ ο Λακάν, που και αυτός παίζει με τις λέξεις, ονομάζει το Ασυνείδητο «το Πραγματικό»: Réel). Χωρίς αμφιβολία το όνειρο είναι, για τους περισσότερους, η βασιλική οδός προς τον Μεσόκοσμο. Αλλά δεν είναι το όνειρο καθαυτό η πύλη του «Mundus Imaginalis», όπως δεν είναι κανένα είδος «ονειρισμού», καμία απόδραση σε φανταστικούς κόσμους, τεχνητούς παραδείσους ή «αστρικά πεδία». Η οδός, το μονοπάτι, είναι μέσω του ονείρου, εντός του ονείρου, δια του ονείρου.

Το εισαγωγικό αυτό κείμενο, αν και μικρό σε μέγεθος διακλαδώνεται προς διάφορες κατευθύνσεις, αρκετές από τις οποίες παραμένουν εντελώς παραγνωρισμένες και ανεξερεύνητες. Θα κλείσω με κάτι που θα μπορούσε να ονομαστεί το «μυστικό», αν θέλετε, του Μεσόκοσμου. Κανείς, απ' όσο γνωρίζω, δεν έχει περιγράψει καλύτερα το μυστικό του Μεσόκοσμου, που είναι «ένα όνειρο πραγματικό», από τον Ιμπν Άραμπι (το έχω ξαναγράψει, για μένα ο Ιμπν Άραμπι είναι, μαζί με τον Γιάκομπ Μπαίμε, ίσως ο μεγαλύτερος μεταφυσικός όλων των εποχών).
Ο Ιμπν Άραμπι ονομάζει τον Μεσόκοσμο με τον όρο barzakh, λέξη η οποία στην κορανική εσχατολογία δηλώνει το εμπόδιο, το φράγμα, κατ' επέκταση το σύνορο, και στους Σούφι έχει τη σημασία του «ενδιάμεσου κόσμου», του Μεσόκοσμου. Πιο πάνω ειπώθηκε ότι ο οραματιστής του Μαλακούτ, του Μεσόκοσμου, θεάται τα πράγματα αυτού εδώ του κόσμου, αλλά τα θεάται όπως αυτά είναι στον Μεσόκοσμο. Για τον Ιμπν Άραμπι ο Μεσόκοσμος έχει αυτή την υφή, είναι ο κόσμος όπου καθετί το οποίο στον κόσμο της αισθητηριακής αντίληψης εμφανιζόταν άψυχο ζωντανεύει.
Για να υπαινιχθεί την παράδοξη πραγματικότητα του Μεσόκοσμου, ο Ιμπν Άραμπι χρησιμοποιεί ένα παράδειγμα από την καθημερινή εμπειρία (το κείμενο μπορεί να βρεθεί στο εξαιρετικό βιβλίο του Corbin που αναφέρθηκε παραπάνω – κατά τη γνώμη μου ο Corbin δεν κατάφερε να εντοπίσει την απώτερη πηγή αυτών των παράξενων δοξασιών, πηγή η οποία πρέπει να είναι αρκετά διαφορετικής φύσης, λιγότερο «μυστικιστική» απ' ό,τι ο ίδιος υποψιαζόταν, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα στο οποίο θα αναφερθώ ίσως κάποτε). Η αναλογία που επικαλείται ο Ιμπν Άραμπι είναι απλοϊκή αλλά σοφή και για ορισμένους ενδεχομένως και αποκαλυπτική. Θα μπορούσε να ρίξει κάποιο φως ακόμη και στα αινίγματα που ταλανίζουν την «ουφολογία» (τη σχέση μας, κατά βάθος, με το «υπερφυσικό»), αν βέβαια υπάρχει ουφολογία και όχι απλώς μεταμφιεσμένη προπαγάνδα, αν με δύο λόγια υπάρχει έρευνα, καθώς η έρευνα, όπως αποδεικνύεται συνεχώς, είναι κάτι το σπάνιο, πιο σπάνιο απ' όσο πολλοί φαντάζονται.
Σύμφωνα λοιπόν με τον Ιμπν Άραμπι, ο Μεσόκοσμος είναι σαν αυτό που βλέπουμε όταν στεκόμαστε απέναντι από μία φωτεινή πηγή και μισοκλείνουμε τα μάτια. Εμφανίζονται τότε φωτεινές ακτίνες που μεγαλώνουν και μικραίνουν ανάλογα με τον τρόπο που ανοιγοκλείνουμε ή τρεμοπαίζουμε τα μάτια. Ο «Κόσμος της Εικόνας» είναι σαν αυτές τις ακτίνες: οι ακτίνες δεν είναι πραγματικές, αλλά η πηγή του φωτός από την οποία αυτές προέρχονται είναι πραγματική...

Δημήτρης Τσουμάνης


Σημείωση
Θα μπορούσα να παραπέμψω τον αναγνώστη σε διάφορα κείμενα που έχω δημοσιεύσει στο παρελθόν, για παράδειγμα στο άρθρο Η Μυστική Κοσμολογία της Αρχιτεκτονικής (Strange 103) σχετικά με τον Henry Corbin ή για τον ρόλο της Imaginatio στο De Radiis του Αλ-Κίντι στο άρθρο Το Απόκρυφο Τρίτο Μονοπάτι της Αλχημείας (Strange 139). Επίσης, τα περισσότερα κείμενα αυτής της σελίδας σχετίζονται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο με το θέμα της Imaginatio. Όσα δεν δύναμαι να πω αλλιώς, τα έχω υπαινιχθεί σε μερικά κείμενα με τον τρόπο της ποίησης (χωρίς να έχω καταφέρει και πολλά, αλλά αυτά είναι: για παράδειγμα, Περαχώρα,Διάσταση Τετάρτη και DreamingTrack).


11.3.12

Κοίλη Χθων

Σήματα μιας ξεχασμένης γλώσσας




«Στον Άδη θα κατέβω και στον Παράδεισο»

Σε ένα απόσπασμα από κάποιον χαμένο θρήνο του Πινδάρου, διαβάζουμε:

Όλβιος όστις ιδών εκείνα
κοίλαν είσιν υπό χθόνα...

Το νόημα των στίχων αυτών υποτίθεται, γενικά, ότι πάνω κάτω είναι το ακόλουθο: «Μακάριος όποιος πριν στο χώμα/να μπει τ’αντίκρισεν εκείνα», όπως αποδίδει ο Λεκατσάς. Το εκείνα αναφέρεται στα Ελευσίνια Μυστήρια, όπως μας πληροφορεί ο Κλήμης Αλεξανδρείας στους Στρωματείς, όπου και διασώζεται το απόσπασμα. Οι μελετητές υποστηρίζουν ότι ο θρήνος γράφτηκε για έναν νεκρό μυημένο στα μυστήρια της Ελευσίνας, επειδή τον μακαρίζει («όλβιος»):

Όλβιος όστις ιδών εκείνα κοίλαν
είσιν υπό χθόνα˙ οίδε μεν βίου τελευτάν,
οίδεν δε διόσδοτον αρχάν

«Μακάριος», δηλαδή, «όποιος είδε αυτά τα πράγματα πριν περάσει κάτω από τη γη. Γνωρίζει το τέλος της ζωής, όπως γνωρίζει και την δοσμένη από τον Δία αρχή της». Έτσι απόδόθηκε στα νέα ελληνικά και αυτό περίπου λένε οι μεταφράσεις του αποσπάσματος σε διάφορες γλώσσες. Οι οποίες μεταφράσεις είναι προβληματικές, για τον επιπλέον λόγο ότι στα αρχαία η αρχή δεν σημαίνει την χρονική έναρξη –αρχή είναι αυτό που άρχει από πάντα– όπως τέλος δεν σημαίνει το σταμάτημα, αλλά την τελείωση. Αυστηρά μιλώντας, «αρχή» και «τέλος» με την σημερινή έννοια είναι ανύπαρκτα στους αρχαίους... Το ίδιο βέβαια ισχύει για πολλές άλλες έννοιες που κάπως επιπόλαια υπάρχει η τάση να θεωρούνται διαχρονικές. Και όμως, σε άλλες εποχές δεν υπήρχαν καν οι λέξεις για πολλά από αυτά που σήμερα θεωρούμε δεδομένα και αυτονόητα. Συμβαίνει και το αντίστροφο, έννοιες που κάποτε ήταν λίγο ή πολύ δεδομένες, και γι’αυτό το λόγο δεν υπήρχε ανάγκη να διασαφηνίζονται στα κείμενα, σήμερα αντιμετωπίζονται συχνά με δυσπιστία, και «διορθώνονται» για να ταιριάξουν στην εικόνα που έχουμε δημιουργήσει για το πώς ήταν οι αρχαίοι και η γλώσσα τους. Αυτό συνέβη και με το απόσπασμα του Πινδάρου, με το οποίο ασχολούμαστε εδώ. Δεν δίστασαν να προτείνουν «διόρθωση», η λέξη κοίλαν (αιτιατική της λέξης κοίλη) να γίνει κοινά, ώστε ο στίχος «να βγάζει νόημα» (όλβιος όστις ιδών εκείνα κοινά είσ’υπό χθόνα).
Η γνώμη μου είναι το ποίημα μιλάει από μόνο του:

Όλβιος όστις ιδών εκείνα
κοίλαν είσιν υπό χθόνα
δηλαδή,
Ευτυχής αυτός που είδε εκείνα
που είναι κάτω από την κοίλη χθόνα
με άλλα λόγια,
Ευτυχής αυτός που είδε εκείνα
που είναι κάτω από την κούφια γη

Το πιθανότερο είναι η έκφραση αυτή, «κοίλη χθων», να ανήκε είτε στην ποιητική είτε στην ιερατική γλώσσα, όπως η Έρα ή η λατινική Tellus, ονομασίες και οι δύο της Γαίας. Η ίδια η λέξη Χθων είναι ίσως το πιο μυστηριακό όνομα της Γης απ' όλα όσα έχουν διασωθεί και φαίνεται να προέρχεται από ένα μυθολογικό ιδίωμα οι ρίζες του οποίου χάνονται στο απώτατο παρελθόν.
Προκύπτει το ερώτημα, τί σχέση μπορεί να έχει η έκφραση του Πινδάρου με τις θεωρίες της Κούφιας ή της Κοίλης Γης. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν έπαιξε κάποιο ρόλο στον σχηματισμό των θεωριών αυτών, δεν χρησιμοποιήθηκε ως αρχαία μαρτυρία. Γιατί, όπως είδαμε, επίσημα η έκφραση «κοίλη χθων» δεν υπάρχει, δεν έχει κατοχυρωθεί από την φιλολογία, δεν καταχωρήθηκε στο ποιητικό λεξιλόγιο του Πινδάρου, γι' αυτό και οι μεταφραστές πήραν όλη την ελευθερία να αποδώσουν το απόσπασμα με όποιους τρόπους εκείνοι έκριναν σκόπιμο παρουσιάζοντας ερμηνευτικές αποδόσεις.
Όμως, το ποίημα λέει κάτι τελείως άλλο από εκείνο που υποτίθεται ότι λέει: ευτυχής είναι αυτός που βλέπει τα Μυστήρια, όχι πριν μπει –νεκρός– κάτω απ’το χώμα, αλλά όταν μπει κάτω απ’το χώμα ζωντανός, όταν μπει στην κοίλη χθόνα και δει τα Μυστήρια. Η Κοίλη Χθων είναι ο τόπος των Μυστηρίων, ο πραγματικός τόπος των Μυστηρίων. Αλλά ποιών Μυστηρίων;


Ο αθάνορας της Γης

Η Χθων δεν είναι μόνο το σπίτι μας, δεν είναι μόνο ένας άλλος κόσμος κάτω από τα πόδια μας. Όπως έδειξα σε προηγούμενο κείμενο [εδώ], πάλι με αναφορές στην αρχαία γραμματεία, η Χθων είναι η Μάτηρ, η Μητέρα–Ύλη. Μπορεί κάποιος να καταλάβει ότι τα Μυστήρια της δεν είναι απλή υπόθεση.

Θα δούμε ότι ορισμένες από τις όψεις των αινιγματικών χθονίων μυστηρίων που υπαινίσσεται το απόσπασμα του Πινδάρου μπορούν να φωτιστούν μέσα από την αλχημική παράδοση. Θα σταθώ εδώ σε ένα από τα πιο σπουδαία κείμενα, το Novum Lumen Chymicum των Sethon και Sendivogius, μεταφράζοντας προσεκτικά ορισμένα χωρία.
Στο κείμενο αυτό, η Γη παρουσιάζεται ως ένας πελώριος αθάνορας, ως ένας θαυμαστός αλχημικός φούρνος, το εργαστήρι της Μητέρας Φύσεως, ο αρχετυπικός αθάνορας. Όπως είναι φυσικό, είναι στο εσωτερικό της Γης που εστιάζει η ενόραση αλλά και η σκέψη των αλχημιστών. Αλλά δεν είναι η Γη των γεωλόγων, απλώς, δεν είναι η γη-αντικείμενο, ούτε η τρομερή θεά των μυστικιστών, εκείνο που αναζητούν.
«Το κέντρο της γης είναι ένας τόπος κενός, όπου τίποτα δεν βρίσκεται σε ανάπαυση» αναφέρεται χαρακτηριστικά σε ένα σημείο στο Novum Lumen. «Και επάνω στο όριο ή στην περιφέρεια αυτού του κέντρου τα τέσσερα στοιχεία προβάλλουν τις ποιότητές τους». Τί τόπος είναι αυτός, που είναι κενός και όπου συγχρόνως «τίποτα δεν βρίσκεται σε ανάπαυση»; Τί είδους χώρος; Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί μια αναλογία παρμένη από το θηλυκό σώμα: «Όπως το αρσενικό σπέρμα εκβάλλει μέσα στην θηλυκή μήτρα, όπου μόνον όσο χρειάζεται συγκρατείται και το υπόλοιπο αποβάλλεται ξανά, έτσι και η μαγνητική δύναμη του κέντρου της γης μας [« η γη μας», εννοεί την αλχημική Γη] έλκει προς αυτήν τόση όση είναι αναγκαία από την ομοειδή ουσία...»
Υπάρχει λοιπόν ένα μαγνητικό κέντρο, «κενό» αυτό καθ’αυτό, δηλαδή δεκτικό, παθητικό, το οποίο έλκει ένα μέρος από τις ποιότητες των δυνάμεων που προβάλλονται στην περιφέρειά του. Αυτές οι ποιότητες εκπέμπονται ξανά προς τα έξω μεταμορφωμένες και αυτό είναι μια συνεχής διαδικασία. Αυτή η διαδικασία της αέναης μεταμόρφωσης γύρω από έναν κενό πυρήνα, περιγράφεται με τελείως διαφορετικό τρόπο σε ένα άλλο σημείο του ίδιου κειμένου, σημείο το οποίο είναι απομακρυσμένο από το πρώτο, κατά την πάγια τακτική των αλχημιστών –και αυτό για χάρη της κρυπτογραφίας αλλά και της imaginatioimaginatio, η αλχημική φαντασία, είναι από τη φύση της κρυπτογραφική). Έτσι, με ένα άλμα από την δεύτερη στην ενδέκατη πραγματεία του έργου, η συμβολική εικόνα της μήτρας έχει τώρα αντικατασταθεί από την εικόνα ενός ήλιου...
«Στο κέντρο της γης», διαβάζουμε, «βρίσκεται ένας ήλιος της γης...ένας κεντρικός ήλιος» Δηλαδή, τον κενό τόπο στο κέντρο της γης τον καταλαμβάνει ένας ήλιος. Αυτό ακούγεται σαν μια ακόμη παραδοξότητα, αλλά δεν είναι, γιατί, όπως θα δούμε, ο εσωτερικός αυτός ήλιος είναι κοίλος... Αν θα χρησιμοποιούσαμε την αναλογία του θηλυκού σώματος, όπως προτείνει το κείμενο, θα λέγαμε ότι υπάρχει ένας ήλιος μέσα στη σκοτεινή μήτρα της Γης (αυτή είναι η μυστηριακή Χθων των αρχαίων, η Μαύρη Γη, η Κεμέτ, όπως ήταν η πανάρχαιη ονομασία της Αιγύπτου από την οποία ενδεχομένως προέρχεται η ίδια η λέξη αλχημεία). Η θερμότητά αυτού του εσωτερικού ήλιου εκπέμπεται στην επιφάνεια της Γης, που είναι ψυχρή, και την θερμαίνει. Γιατί η Γη, σύμφωνα με τους αλχημιστές, είναι ψυχρή απ’έξω και θερμή από μέσα. Αλλά, ο εσωτερικός ήλιος, αντιστρόφως, είναι θερμός απ’έξω και ψυχρός από μέσα.
Θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι η αλχημική παράδοση υποστηρίζει ότι ο Ήλιος είναι ψυχρός. Το Novum Lumen είναι ένα από τα ελάχιστα κείμενα στα οποία αυτό λέγεται ξεκάθαρα (είναι ένα θέμα στο οποίο θα επανέλθω). Στην ίδια πραγματεία, την ενδέκατη, λέγεται ότι: «Το συνηθισμένο βλέμμα συμπεραίνει ότι ο ήλιος είναι θερμός. Τα μάτια του Σοφού διακρίνουν ότι ο ήλιος καθ’εαυτόν είναι ψυχρός και ότι είναι μονάχα η κίνησή του που παράγει θερμότητα...». Μία παράδοξη αναφορά, που ωστόσο δεν αποτελεί έκπληξη για όσους καταλαβαίνουν την αλχημική γλώσσα.
Στον πυρήνα του, λοιπόν, ο Ήλιος είναι ψυχρός, σκοτεινός, μαύρος, είναι ο Μαύρος Ήλιος – ο Ήλιος που βλέπεις στον ουρανό είναι ο Μαύρος Ήλιος... Και ο ήλιος της γης, στο κέντρο της Γης, είναι μια γη αντεστραμμένη, κατ' αναλογία. Με άλλα λόγια, στον πυρήνα του, αυτό το κεντρικό πυρ παρουσιάζει την (αρχετυπική) παθητικότητα της Γαίας («...ένας τόπος κενός, όπου τίποτα δεν βρίσκεται σε ανάπαυση»). Το καταπληκτικό – και εδώ θέλω να καταλήξω – είναι ότι αυτό ακριβώς σημαίνεται στην αρχαία γλώσσα με την λέξη κοίλος. Η λέξη κοίλος έχει δύο κύριες σημασίες, αναφέρεται στο βάθος με την έννοια της καμπυλότητας και επιπλέον σημαίνει «κενός», «κούφιος». Αλλά με μία πιο ειδική σημασία, που είναι και η πιο αποκαλυπτική για το θέμα μας, κοίλος στα αρχαία ελληνικά είναι αυτός που έχει σκοτεινό κέντρο, σαν να υπάρχει μια οπή στο κέντρο αυτό. Με αυτή την έννοια ο Θεόφραστος, στο δεύτερο κεφάλαιο του Περί σημείων υδάτων και πνευμάτων, γράφει: «και εάν κοίλος φαίνηται ο ήλιος, ανέμου ή ύδατος το σημείον».

Συνοψίζοντας τα παραπάνω, γίνεται φανερό ότι η Κοίλη Χθων σχετίζεται με τις συναφείς έννοιες του κενού, της βαθύτητας, της παθητικότητας, της δεκτικότητας, που αποδίδονται στην αρχετυπική Γη, τη Γη που είναι μαζί Μητέρα και Παρθένος («Χαίρε γη άσπορε...Χαίρε βάθος δυσθεώρητον» λέει ο Ακάθιστος Ύμνος). Στην Αλχημεία, όλες αυτές οι ιδιότητες αποδίδονται στον Υδράργυρο, που δεν είναι κάποια ουσία αλλά αρχή της αλχημικής κοσμογονίας. Και το παράδοξο μυστικό του Υδραργύρου, αν μπορεί να περιγραφεί με λέξεις (να γιατί τα βιβλία δεν το γράφουν) συνίσταται στο ότι είναι παθητικώς ενεργητικός.

Τώρα μπορούμε πράγματι να αναρωτηθούμε: Τί είδε στον Άδη, στον ανείδωτο τόπο, με τα μάτια κλειστά, ο μυημένος νεκρός του Πινδάρου;

Δημήτρης Τσουμάνης