11.3.12

Κοίλη Χθων

Σήματα μιας ξεχασμένης γλώσσας




«Στον Άδη θα κατέβω και στον Παράδεισο»

Σε ένα απόσπασμα από κάποιον χαμένο θρήνο του Πινδάρου, διαβάζουμε:

Όλβιος όστις ιδών εκείνα
κοίλαν είσιν υπό χθόνα...

Το νόημα των στίχων αυτών υποτίθεται, γενικά, ότι πάνω κάτω είναι το ακόλουθο: «Μακάριος όποιος πριν στο χώμα/να μπει τ’αντίκρισεν εκείνα», όπως αποδίδει ο Λεκατσάς. Το εκείνα αναφέρεται στα Ελευσίνια Μυστήρια, όπως μας πληροφορεί ο Κλήμης Αλεξανδρείας στους Στρωματείς, όπου και διασώζεται το απόσπασμα. Οι μελετητές υποστηρίζουν ότι ο θρήνος γράφτηκε για έναν νεκρό μυημένο στα μυστήρια της Ελευσίνας, επειδή τον μακαρίζει («όλβιος»):

Όλβιος όστις ιδών εκείνα κοίλαν
είσιν υπό χθόνα˙ οίδε μεν βίου τελευτάν,
οίδεν δε διόσδοτον αρχάν

«Μακάριος», δηλαδή, «όποιος είδε αυτά τα πράγματα πριν περάσει κάτω από τη γη. Γνωρίζει το τέλος της ζωής, όπως γνωρίζει και την δοσμένη από τον Δία αρχή της». Έτσι απόδόθηκε στα νέα ελληνικά και αυτό περίπου λένε οι μεταφράσεις του αποσπάσματος σε διάφορες γλώσσες. Οι οποίες μεταφράσεις είναι προβληματικές, για τον επιπλέον λόγο ότι στα αρχαία η αρχή δεν σημαίνει την χρονική έναρξη –αρχή είναι αυτό που άρχει από πάντα– όπως τέλος δεν σημαίνει το σταμάτημα, αλλά την τελείωση. Αυστηρά μιλώντας, «αρχή» και «τέλος» με την σημερινή έννοια είναι ανύπαρκτα στους αρχαίους... Το ίδιο βέβαια ισχύει για πολλές άλλες έννοιες που κάπως επιπόλαια υπάρχει η τάση να θεωρούνται διαχρονικές. Και όμως, σε άλλες εποχές δεν υπήρχαν καν οι λέξεις για πολλά από αυτά που σήμερα θεωρούμε δεδομένα και αυτονόητα. Συμβαίνει και το αντίστροφο, έννοιες που κάποτε ήταν λίγο ή πολύ δεδομένες, και γι’αυτό το λόγο δεν υπήρχε ανάγκη να διασαφηνίζονται στα κείμενα, σήμερα αντιμετωπίζονται συχνά με δυσπιστία, και «διορθώνονται» για να ταιριάξουν στην εικόνα που έχουμε δημιουργήσει για το πώς ήταν οι αρχαίοι και η γλώσσα τους. Αυτό συνέβη και με το απόσπασμα του Πινδάρου, με το οποίο ασχολούμαστε εδώ. Δεν δίστασαν να προτείνουν «διόρθωση», η λέξη κοίλαν (αιτιατική της λέξης κοίλη) να γίνει κοινά, ώστε ο στίχος «να βγάζει νόημα» (όλβιος όστις ιδών εκείνα κοινά είσ’υπό χθόνα).
Η γνώμη μου είναι το ποίημα μιλάει από μόνο του:

Όλβιος όστις ιδών εκείνα
κοίλαν είσιν υπό χθόνα
δηλαδή,
Ευτυχής αυτός που είδε εκείνα
που είναι κάτω από την κοίλη χθόνα
με άλλα λόγια,
Ευτυχής αυτός που είδε εκείνα
που είναι κάτω από την κούφια γη

Το πιθανότερο είναι η έκφραση αυτή, «κοίλη χθων», να ανήκε είτε στην ποιητική είτε στην ιερατική γλώσσα, όπως η Έρα ή η λατινική Tellus, ονομασίες και οι δύο της Γαίας. Η ίδια η λέξη Χθων είναι ίσως το πιο μυστηριακό όνομα της Γης απ' όλα όσα έχουν διασωθεί και φαίνεται να προέρχεται από ένα μυθολογικό ιδίωμα οι ρίζες του οποίου χάνονται στο απώτατο παρελθόν.
Προκύπτει το ερώτημα, τί σχέση μπορεί να έχει η έκφραση του Πινδάρου με τις θεωρίες της Κούφιας ή της Κοίλης Γης. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν έπαιξε κάποιο ρόλο στον σχηματισμό των θεωριών αυτών, δεν χρησιμοποιήθηκε ως αρχαία μαρτυρία. Γιατί, όπως είδαμε, επίσημα η έκφραση «κοίλη χθων» δεν υπάρχει, δεν έχει κατοχυρωθεί από την φιλολογία, δεν καταχωρήθηκε στο ποιητικό λεξιλόγιο του Πινδάρου, γι' αυτό και οι μεταφραστές πήραν όλη την ελευθερία να αποδώσουν το απόσπασμα με όποιους τρόπους εκείνοι έκριναν σκόπιμο παρουσιάζοντας ερμηνευτικές αποδόσεις.
Όμως, το ποίημα λέει κάτι τελείως άλλο από εκείνο που υποτίθεται ότι λέει: ευτυχής είναι αυτός που βλέπει τα Μυστήρια, όχι πριν μπει –νεκρός– κάτω απ’το χώμα, αλλά όταν μπει κάτω απ’το χώμα ζωντανός, όταν μπει στην κοίλη χθόνα και δει τα Μυστήρια. Η Κοίλη Χθων είναι ο τόπος των Μυστηρίων, ο πραγματικός τόπος των Μυστηρίων. Αλλά ποιών Μυστηρίων;


Ο αθάνορας της Γης

Η Χθων δεν είναι μόνο το σπίτι μας, δεν είναι μόνο ένας άλλος κόσμος κάτω από τα πόδια μας. Όπως έδειξα σε προηγούμενο κείμενο [εδώ], πάλι με αναφορές στην αρχαία γραμματεία, η Χθων είναι η Μάτηρ, η Μητέρα–Ύλη. Μπορεί κάποιος να καταλάβει ότι τα Μυστήρια της δεν είναι απλή υπόθεση.

Θα δούμε ότι ορισμένες από τις όψεις των αινιγματικών χθονίων μυστηρίων που υπαινίσσεται το απόσπασμα του Πινδάρου μπορούν να φωτιστούν μέσα από την αλχημική παράδοση. Θα σταθώ εδώ σε ένα από τα πιο σπουδαία κείμενα, το Novum Lumen Chymicum των Sethon και Sendivogius, μεταφράζοντας προσεκτικά ορισμένα χωρία.
Στο κείμενο αυτό, η Γη παρουσιάζεται ως ένας πελώριος αθάνορας, ως ένας θαυμαστός αλχημικός φούρνος, το εργαστήρι της Μητέρας Φύσεως, ο αρχετυπικός αθάνορας. Όπως είναι φυσικό, είναι στο εσωτερικό της Γης που εστιάζει η ενόραση αλλά και η σκέψη των αλχημιστών. Αλλά δεν είναι η Γη των γεωλόγων, απλώς, δεν είναι η γη-αντικείμενο, ούτε η τρομερή θεά των μυστικιστών, εκείνο που αναζητούν.
«Το κέντρο της γης είναι ένας τόπος κενός, όπου τίποτα δεν βρίσκεται σε ανάπαυση» αναφέρεται χαρακτηριστικά σε ένα σημείο στο Novum Lumen. «Και επάνω στο όριο ή στην περιφέρεια αυτού του κέντρου τα τέσσερα στοιχεία προβάλλουν τις ποιότητές τους». Τί τόπος είναι αυτός, που είναι κενός και όπου συγχρόνως «τίποτα δεν βρίσκεται σε ανάπαυση»; Τί είδους χώρος; Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί μια αναλογία παρμένη από το θηλυκό σώμα: «Όπως το αρσενικό σπέρμα εκβάλλει μέσα στην θηλυκή μήτρα, όπου μόνον όσο χρειάζεται συγκρατείται και το υπόλοιπο αποβάλλεται ξανά, έτσι και η μαγνητική δύναμη του κέντρου της γης μας [« η γη μας», εννοεί την αλχημική Γη] έλκει προς αυτήν τόση όση είναι αναγκαία από την ομοειδή ουσία...»
Υπάρχει λοιπόν ένα μαγνητικό κέντρο, «κενό» αυτό καθ’αυτό, δηλαδή δεκτικό, παθητικό, το οποίο έλκει ένα μέρος από τις ποιότητες των δυνάμεων που προβάλλονται στην περιφέρειά του. Αυτές οι ποιότητες εκπέμπονται ξανά προς τα έξω μεταμορφωμένες και αυτό είναι μια συνεχής διαδικασία. Αυτή η διαδικασία της αέναης μεταμόρφωσης γύρω από έναν κενό πυρήνα, περιγράφεται με τελείως διαφορετικό τρόπο σε ένα άλλο σημείο του ίδιου κειμένου, σημείο το οποίο είναι απομακρυσμένο από το πρώτο, κατά την πάγια τακτική των αλχημιστών –και αυτό για χάρη της κρυπτογραφίας αλλά και της imaginatioimaginatio, η αλχημική φαντασία, είναι από τη φύση της κρυπτογραφική). Έτσι, με ένα άλμα από την δεύτερη στην ενδέκατη πραγματεία του έργου, η συμβολική εικόνα της μήτρας έχει τώρα αντικατασταθεί από την εικόνα ενός ήλιου...
«Στο κέντρο της γης», διαβάζουμε, «βρίσκεται ένας ήλιος της γης...ένας κεντρικός ήλιος» Δηλαδή, τον κενό τόπο στο κέντρο της γης τον καταλαμβάνει ένας ήλιος. Αυτό ακούγεται σαν μια ακόμη παραδοξότητα, αλλά δεν είναι, γιατί, όπως θα δούμε, ο εσωτερικός αυτός ήλιος είναι κοίλος... Αν θα χρησιμοποιούσαμε την αναλογία του θηλυκού σώματος, όπως προτείνει το κείμενο, θα λέγαμε ότι υπάρχει ένας ήλιος μέσα στη σκοτεινή μήτρα της Γης (αυτή είναι η μυστηριακή Χθων των αρχαίων, η Μαύρη Γη, η Κεμέτ, όπως ήταν η πανάρχαιη ονομασία της Αιγύπτου από την οποία ενδεχομένως προέρχεται η ίδια η λέξη αλχημεία). Η θερμότητά αυτού του εσωτερικού ήλιου εκπέμπεται στην επιφάνεια της Γης, που είναι ψυχρή, και την θερμαίνει. Γιατί η Γη, σύμφωνα με τους αλχημιστές, είναι ψυχρή απ’έξω και θερμή από μέσα. Αλλά, ο εσωτερικός ήλιος, αντιστρόφως, είναι θερμός απ’έξω και ψυχρός από μέσα.
Θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι η αλχημική παράδοση υποστηρίζει ότι ο Ήλιος είναι ψυχρός. Το Novum Lumen είναι ένα από τα ελάχιστα κείμενα στα οποία αυτό λέγεται ξεκάθαρα (είναι ένα θέμα στο οποίο θα επανέλθω). Στην ίδια πραγματεία, την ενδέκατη, λέγεται ότι: «Το συνηθισμένο βλέμμα συμπεραίνει ότι ο ήλιος είναι θερμός. Τα μάτια του Σοφού διακρίνουν ότι ο ήλιος καθ’εαυτόν είναι ψυχρός και ότι είναι μονάχα η κίνησή του που παράγει θερμότητα...». Μία παράδοξη αναφορά, που ωστόσο δεν αποτελεί έκπληξη για όσους καταλαβαίνουν την αλχημική γλώσσα.
Στον πυρήνα του, λοιπόν, ο Ήλιος είναι ψυχρός, σκοτεινός, μαύρος, είναι ο Μαύρος Ήλιος – ο Ήλιος που βλέπεις στον ουρανό είναι ο Μαύρος Ήλιος... Και ο ήλιος της γης, στο κέντρο της Γης, είναι μια γη αντεστραμμένη, κατ' αναλογία. Με άλλα λόγια, στον πυρήνα του, αυτό το κεντρικό πυρ παρουσιάζει την (αρχετυπική) παθητικότητα της Γαίας («...ένας τόπος κενός, όπου τίποτα δεν βρίσκεται σε ανάπαυση»). Το καταπληκτικό – και εδώ θέλω να καταλήξω – είναι ότι αυτό ακριβώς σημαίνεται στην αρχαία γλώσσα με την λέξη κοίλος. Η λέξη κοίλος έχει δύο κύριες σημασίες, αναφέρεται στο βάθος με την έννοια της καμπυλότητας και επιπλέον σημαίνει «κενός», «κούφιος». Αλλά με μία πιο ειδική σημασία, που είναι και η πιο αποκαλυπτική για το θέμα μας, κοίλος στα αρχαία ελληνικά είναι αυτός που έχει σκοτεινό κέντρο, σαν να υπάρχει μια οπή στο κέντρο αυτό. Με αυτή την έννοια ο Θεόφραστος, στο δεύτερο κεφάλαιο του Περί σημείων υδάτων και πνευμάτων, γράφει: «και εάν κοίλος φαίνηται ο ήλιος, ανέμου ή ύδατος το σημείον».

Συνοψίζοντας τα παραπάνω, γίνεται φανερό ότι η Κοίλη Χθων σχετίζεται με τις συναφείς έννοιες του κενού, της βαθύτητας, της παθητικότητας, της δεκτικότητας, που αποδίδονται στην αρχετυπική Γη, τη Γη που είναι μαζί Μητέρα και Παρθένος («Χαίρε γη άσπορε...Χαίρε βάθος δυσθεώρητον» λέει ο Ακάθιστος Ύμνος). Στην Αλχημεία, όλες αυτές οι ιδιότητες αποδίδονται στον Υδράργυρο, που δεν είναι κάποια ουσία αλλά αρχή της αλχημικής κοσμογονίας. Και το παράδοξο μυστικό του Υδραργύρου, αν μπορεί να περιγραφεί με λέξεις (να γιατί τα βιβλία δεν το γράφουν) συνίσταται στο ότι είναι παθητικώς ενεργητικός.

Τώρα μπορούμε πράγματι να αναρωτηθούμε: Τί είδε στον Άδη, στον ανείδωτο τόπο, με τα μάτια κλειστά, ο μυημένος νεκρός του Πινδάρου;

Δημήτρης Τσουμάνης

23.2.12

ΜΕΛΑΝΩΣΙΣ

στίχοι για τον Jacob Böhme




Γιάκομπ, Γιάκομπ, βγες έξω!
είπε ο μυστηριώδης ξένος

Περπατούσες με πόδια γυμνά στις φλόγινες πέτρες
(φευγαλέα μόνο είδες τότε το βάραθρο)
και μπήκες στον κύκλο, στον ήσυχο κήπο
πλάι στο άσπρο άλογο που βόσκει το αιώνιο
παρόν σαν το χορτάρι
και σου κόπηκε η αναπνοή

Γιάκομπ, Γιάκομπ
ποιό είναι
το Μέγα Μυστήριο;

Πεθαίνεις γεννιέσαι στην ενθύμηση του Παραδείσου,
κάτω στον Κήπο, σαν βρέφος της Άνοιξης
Τώρα τίποτα δεν κυκλώνει το οροπέδιο από ψηλά
κι ο ουράνιος δίσκος πώμα που έχει αφαιρεθεί

Γιάκομπ, Γιάκομπ,
εσύ που ονόμασες το Χάος θείον
γυρνάς από στροφή σε στροφή

Είδα τον Γκόλεμ σαν εξωγήινη ακρίδα
να ανηφορίζει το καλντερίμι τον χειμώνα,
ενώ απ’ το σπίτι με τα ξύλινα παράθυρα ακουγόταν μια φωνή
να ψέλνει ανήκουστες κατάρες
Ασημένιο γάλα η Σελήνη και τ' άστρα σπινθήριζαν

Γιάκομπ, Γιάκομπ,
εσύ που ονόμασες το Χάος θείον
ταξιδεύεις από στροφή σε στροφή

Δημήτρης Τσουμάνης





εικόνες
έργα του Μαξ Ερνστ (από το La Femme 100 têtes) και του Γιάννη Κουνέλλη



18.1.12

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ

λεπτομέρεια από το Μυστήριο του Εικοστού Αιώνα του Ilya Glazunov


Ο μεγάλος δυνάστης της Ιστορίας είναι η ίδια η Ιστορία. Ο ιστορικός χρόνος, ο χρόνος της αντικειμενικής πραγματικότητας, είναι μία σχετικά πρόσφατη επινόηση. Έλκει τη δύναμή του από την εξουσία που ασκεί το προφανές, όταν το εφήμερο επιβάλλεται ως το αδιαμφισβήτητο γεγονός. Ως το υποτιθέμενο κέντρο των συμβάντων, το γεγονός δίνει την ψευδή εντύπωση ότι συγκεντρώνει όλον τον χρόνο, το παρελθόν και το μέλλον, στη φάση κατά την οποία διαδραματίζεται. Υπερκαθορίζει έτσι κάθε προοπτική. Το εφήμερο παρουσιάζεται τότε ως μία πανίσχυρη ψευδαίσθηση, ψευδαίσθηση η οποία όχι μόνο θέτει στην υπηρεσία της τον χρόνο, αλλά και διαμορφώνει τον ίδιο τον χρόνο. Και, επιπλέον, συγκρατεί την αλυσίδα των αιτίων και των αιτιατών που υποτίθεται ότι απαρτίζουν τον ιστορικό χρόνο.
Το βασικό λάθος σε αυτή την αντίληψη του χρόνου είναι ο πολύ περιορισμένος ορίζοντας του χρόνου, και αυτό έχει πάρα πολλές συνέπειες. Γιατί είναι περισσότερο μία υπόθεση -και μία ευχή του ανθρώπου- ότι τα καθοριστικά συμβάντα εμφανίζονται μέσα στον χρονικό ορίζοντα που ο ίδιος είναι σε θέση να εποπτεύσει. Σαν να μην εκτείνεται ο χρόνος απείρως προς τα εμπρός και απείρως προς τα πίσω (είτε ως γραμμή είτε ως κύκλος). Σαν να είναι απίθανο τα αληθινά καθοριστικά γεγονότα να βρίσκονται τελείως έξω από κάθε εποπτεύσιμο χρονικό και ιστορικό ορίζοντα...
Αλλά τί σημασία θα είχε αυτή η αλλαγή στην οπτική γωνία; Το ζήτημα δεν είναι τόσο να αποπειραθούμε μία ανίχνευση των πραγματικά καθοριστικών συμβάντων αλλά να ανακαλύψουμε μία διαφορετική αίσθηση του χρόνου. Μία αίσθηση μέσα από την οποία μπορεί να αποκαλυφθεί ο χρόνος της ζωντανής πραγματικότητας, όχι ο χρόνος της αντικειμενικής πραγματικότητας, όχι ο χρόνος των μετρήσιμων γεγονότων και των καταγεγραμμένων συμβάντων, αλλά ο άπειρος χρόνος, τον οποίον καμία νοητική εποπτεία δεν μπορεί να καθηλώσει.
Στον άπειρο χρόνο, χρόνο των μεταμορφώσεων, χρόνο των μετουσιώσεων, δεν ισχύει η συμβατική κλίμακα αξιών, το μεγάλο και το μικρό, το αδύναμο και το ισχυρό. Το πλέον ασήμαντο πράγμα είναι δυνατόν να φέρει τη φλόγα μίας αποκαλυπτικής στιγμής. Είναι τόσο ευρύχωρο το σύμπαν του άπειρου χρόνου, που φαίνεται πως μέσα σε αυτό δεν υπάρχει θέση για τον άνθρωπο που αντιλαμβάνεται ανθρωποκεντρικά τον κόσμο. Γιατί τί άλλο είναι ο ανθρωποκεντρισμός παρά η φαντασίωση μιας εξέγερσης ενάντια στον άπειρο χρόνο; Ένα ασήμαντο επεισόδιο που όμως μας κατακλύζει, μας εγκλωβίζει στο παίγνιο, στην  ψευδαίσθηση της Ιστορίας.

Μέσα στην ανθρωποκεντρικά διαμορφωμένη πραγματικότητα, στην αντικειμενική πραγματικότητα, είναι όλο και πιο φανερό ότι ισχύει το αντίθετο, εκεί δεν υπάρχει καμία θέση για τον ζωντανό άνθρωπο.
Δείτε πώς εμφανίζονται οι υποτιθέμενοι άρχοντες της ψευδαίσθησης, οι μεγάλοι δούλοι της. Όλη τους η σκέψη και η δράση επικεντρώνεται στην εξουσία του χρόνου, όπου  “χρόνος” είναι για αυτούς ο βηματισμός της Ιστορίας. Ο άλλος χρόνος, ο χρόνος της ζωντανής πραγματικότητας, είναι ο εχθρός.
Εναντίον αυτού του εχθρού εξελίσσονται δύο βασικές στρατηγικές. Η πρώτη αναζητά τα μέσα με τα οποία η ζωντανή πραγματικότητα μπορεί να απορροφηθεί κατά κάποιο τρόπο από την αντικειμενική πραγματικότητα, ενώ η δεύτερη, ακόμη πιο φιλόδοξη, και πιο παρανοϊκή, επιδιώκει την αυτονόμηση της αντικειμενικής πραγματικότητας μέσα σε ένα συμπαγές ανεπηρέαστο από την ζωντανή πραγματικότητα. Η πρώτη στρατηγική έχει ως κύρια πεδία δράσης την εκπαίδευση, τη διανόηση, τη μαζική προπαγάνδα. Η δεύτερη την τεχνική, από τον έλεγχο των “φυσικών πόρων” και της “ενέργειας” ως την βιολογία.

Υποτίθεται ότι αυτή η απολύτως ελεγχόμενη από τον άνθρωπο πραγματικότητα όχι μόνον θα τον καταστήσει επιτέλους κύριο του πεπρωμένου του και του εαυτού του, αλλά θα του δώσει, για πρώτη φορά, τη δυνατότητα να ασχοληθεί χωρίς φόβο, χωρίς εξωτερικές πιέσεις (επομένως και χωρίς υποσυνείδητους καταναγκασμούς), με τα ουσιαστικά ζητήματα της ύπαρξής του. Τα κίνητρα δηλαδή δείχνουν ευγενή. (Προσωπικά όχι απλώς αμφιβάλλω, αλλά έχω και βάσιμες υποψίες να υποθέτω ότι αν ποτέ κατακτούσαν οι άνθρωποι έναν τέτοιον στόχο, το μόνο που θα έκαναν θα ήταν να σχεδιάσουν την επόμενη εξέγερση, γιατί αυτή είναι η επιθυμία πίσω από τη φαντασίωση: η εξέγερση για την εξέγερση, και καθόλου τα “ουσιαστικά ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης”)

Σήμερα, η ζωντανή πραγματικότητα μοιάζει ουτοπία. Όσοι διατηρούν ακόμα μία θολή εικόνα της προτιμούν να την κουβεντιάζουν, να την τραγουδούν και γενικώς να την αναπαριστούν παρά να την ζουν. Λίγοι την ζουν. Πριν μερικά χρόνια, ρώτησαν έναν γέροντα βοσκό που ποτέ δεν έφυγε από τα βουνά της Ηπείρου, να τους πει, τώρα που έφτασε στο τέρμα, που ήπιε όλο το ποτήρι της ζωής ως τον πάτο, τί κατάλαβε, τί είναι η ζωή, και αυτός απάντησε με δύο ρήματα, με μία απάντηση αντάξια ενός Προσωκρατικού ή ενός Ταοϊστή: “ Έφεξε... Νύχτωσε...”. Είναι η απάντηση ενός ανθρώπου που έζησε στα μέτρα του άπειρου χρόνου.
Αν είναι λίγοι εκείνοι που την ζουν, ακόμα πιο σπάνιοι θα πρέπει να είναι εκείνοι που την μοιράζονται, που γνωρίζουν πώς να την μοιράζονται. Γιατί η ζωντανή πραγματικότητα είναι για να μοιράζεται. Αν οι Έλληνες, και έπειτα οι Ρωμιοί, φανέρωσαν κάτι στους ανώριμους λαούς που είναι σήμερα οι εφήμεροι πρωταγωνιστές της ιστορικής σκηνής, αυτό είναι ότι η ζωντανή πραγματικότητα είναι για να μοιράζεται, γιατί αυτή η ίδια είναι μοίρα, είναι μέτρο. Ότι είναι η ζωντανή πραγματικότητα που παρέχει τα μέτρα με τα οποία οικοδομείται η πόλις, και η κοσμόπολις,  τα μέτρα του άπειρου χρόνου.
Ποιός πολιτισμός θα αποτολμούσε σήμερα να αναμετρηθεί με τόσο παράδοξα αινίγματα; Ο θεός της εποχής υπαγορεύει έναν άλλον τρόπο σκέψης, τον διχαστικό τρόπο σκέψης που θέτει το πνεύμα ενάντια στη φύση και το άτομο ενάντια στην κοινωνία. Όσο η νοοτροπία αυτή θα εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ (καμία δήθεν “πνευματικότητα” δεν μπορεί να την απειλήσει), τόσο το κυνήγι της άλλης ουτοπίας, της δυσοίωνης ουτοπίας της αντικειμενικής πραγματικότητας, θα φαντάζει όχι απλώς δελεαστικό αλλά επιβεβλημένο.
 
Δημήτρης Τσουμάνης

11.1.12

ΟΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ


Εμείς κατοικούμε στα κοιλώματα της Γης, όπως το έγραψε καθαρά ο Πλάτων. Ανεβαίνουμε στην επιφάνεια της Γης σε ένα ορισμένο υψόμετρο, στην κλίμακα του ελλαδικού τοπίου αυτό είναι γύρω στα 1500 μέτρα. Είναι σαν χοάνη, σαν το στόμιο μιας κοσμικής χοάνης να απολήγει εκεί, στα βουνά, και ανεβαίνοντας προς τα πάνω γίνεται όλο και πιο “αισθητή” μία μουσική, ή η ηχώ μιας παράξενης αρμονίας. Ακτινοβολία ήχων, ο ήχος των άστρων (η μουσική των σφαιρών;), του ηλιακού συστήματος, ή μακρινή αντήχηση, σαν πολυποίκιλος βόμβος γαλαξιακός. Είναι ένα άνοιγμα προς τα πάνω. Στο υπόγειο, συνεχίζονται οι ανθρώπινες υποθέσεις.

Με τον γήινο τρόπο που μετράμε τα πάντα, δεν ξέρουμε τίποτα για τον ουρανό. Αυτή είναι η καταδίκη ενός ανθρωποκεντρικού πολιτισμού. Είμαστε υπερβολικά αυτάρεσκοι οι σημερινοί άνθρωποι, για να γνωρίσουμε οτιδήποτε αληθινό για τον ουρανό. Και υπερβολικά φοβισμένοι, που είναι το ίδιο. Φοβισμένοι να ανακαλύψουμε αυτό που ήδη γνωρίζουμε αλλά δεν θα θέλαμε με τίποτα να ομολογήσουμε.

Βλέπετε, σήμερα μπορεί κανείς να δεχτεί την ανημπόρια, τη μηδαμινότητα του ανθρώπου, υπό τον όρο ότι αυτή η μηδαμινότητα πρέπει να αφορά ολόκληρο το σύμπαν. Αυτό προσφέρει κάποια ανακούφιση: οι άνθρωποι είμαστε ένα τίποτα, επειδή το σύμπαν είναι ένα τίποτα. Ένα παγκόσμιο Μηδέν κυβερνά, και το καλύτερο που έχει να κάνει ο άνθρωπος είναι να κοιτάξει τον εαυτό του, που σημαίνει: να προσπαθήσει να καταλάβει το σύμπαν, να κυριαρχήσει επάνω του. Αυτό λέει με λίγα λόγια το δόγμα*.

Κάποτε, έλεγαν ότι η Μοίρα κυβερνά, είμαστε πιασμένοι σε ένα δίχτυ, και μπορούμε να αγγίξουμε και εμείς τις μαγικές χορδές του μαγικού σύμπαντος, η Φύση ή η Θεότητα προσφέρει αυτές τις δυνάμεις στη διάθεση του ανθρώπου. Από πάντα. Ο άνθρωπος είναι ο “πίθηκος της Φύσεως”, είναι καταδικασμένος, ή προορισμένος, αναλόγως, να μιμείται τη Φύση, δηλαδή να ολοκληρώνει έργα τέλεια, ως και αυτή την τελειότητα του ίδιου του εαυτού του.

Αλλά, την ίδια στιγμή, οι άνθρωποι είναι, μαζί με όλα τα όντα, μέτοχοι της πολλαπλότητας, πληρώνουν, με την ίδια τη ζωή τους, την οφειλή τους στη Ζωή. Ένα ον προορίζεται να πεθάνει, ώστε να ζήσουν άλλα όντα. Είναι ο απαράβατος, ο άτεγκτος νόμος, η Ανάγκη. Ως και οι θεοί πεθαίνουν, σβήνουν, στο τέλος του μεγάλου Κύκλου, ως και οι θεοί πεθαίνουν, και ας τρέφονται με την αθάνατη αμβροσία. Έτσι το τέλος του παραμυθιού είναι ένα αληθινό τέλος, και η αρχή του παραμυθιού αρχή μιας νέας ψευδαίσθησης - ή όπως αλλιώς θέλει να την ονομάσει κανείς, γιατί μικρή σημασία έχει.

Το σύμπαν αποτελείται από φωτεινά σημεία, από Μονάδες, από άτομα. Αυτός είναι ένας τρόπος θέασης: το σύμπαν αποτελείται από Άστρα. Ένα δίχτυ από φωτιά, ένας θόλος όλος ρωγμές, οι πραγματικοί κάτοικοι του σύμπαντος, οι δικές τους ακατανόητες τροχιές, το μεγάλο κρυπτόγραμμα των φυλών του μεγάκοσμου. 

Οι οικογένειες των άστρων, οι πόλεις των άστρων, οι μεταναστεύσεις των άστρων. Οι μεταμορφώσεις των άστρων, οι ουσίες και οι υποστάσεις των άστρων. 

Καθετί που υπάρχει είναι ένα άστρο. Ακόμα και οι πέτρες, κάτι άλλο είναι από αυτό που φαίνονται. Δεν είναι πέτρες οι πέτρες, αλλά αυτό πώς να το ανιχνεύσει ο νους, χωρίς να τινάξει όλα τα σχήματα που τον αποτελούν στον αέρα; Η φαντασία έρχεται βοηθός, και φαντάζεται ότι κάτι άλλο βρίσκεται μέσα στην πέτρα, κάποια “ψυχή” ή “ενέργεια”. Αλλά  η πραγματική μορφή της πέτρας παραμένει σκοτεινή, και καμία ανάλυση δεν θα την αποκαλύψει. 

Καθετί που υπάρχει είναι ένα άστρο και η μοίρα του είναι γραμμένη στ' άστρα. Στο υπόγειο συνεχίζονται οι ανθρώπινες υποθέσεις, τα άστρα σαν μακρινοί αντικατοπτρισμοί  και φαντασμαγορίες ενός τυχαίου σύμπαντος.

Δημήτρης Τσουμάνης

* Οι αστροσκόποι της αρχαιότητας, ίσως ακόμη και οι αστροσκόποι της προϊστορίας, δεν θεωρούσαν σημαντικό τον ουράνιο μηχανισμό αυτόν καθαυτόν. Η μελέτη των άστρων, η αστρο-λογία, θα μπορούσε να αρχίσει από οποιοδήποτε σημείο της Βιβλιοθήκης, αφού όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη (δεν είναι κατά μίμηση του συμπαντικού κρυπτογράμματος που κατασκευάστηκε η Βιβλιοθήκη των Αιώνων, που τόσες φορές καταστράφηκε και ανοικοδομήθηκε ξανά και ξανά;). Πιθανό οδηγητικό νήμα, ένα “θεώρημα” του Ιμπν Άραμπι που λέει ότι όλα τα πράγματα, καθόσον είναι Θεός, είναι απερινόητα, καθόσον είναι κάτι άλλο από Θεός, δεν διαθέτουν τίποτα πραγματικό για να γνωσθεί.

 
εμβληματική εικόνα από το Splendor Solis, έκδοση Αμβούργου, 1708