20.10.12

Οι Μυστηριακές Λατρείες των Πόλεων

Ένας Αθηναίος και ένας Ναπολιτάνος συζητούν για τις μυστηριακές λατρείες των πόλεων χθες, σήμερα, αύριο


η σειρήνα Παρθενόπη (Fontana della Spinacorona, Νάπολη)




«Η Νάπολη είναι τετράγωνη, το Μιλάνο ροτόντα»

Α – Πάντα είχα την αίσθηση, από την πρώτη στιγμή εδώ, ότι η Νάπολη βρίσκεται πιο ανατολικά από την Αθήνα...
Ν – Είναι κάτι στον αέρα...
Α – Ναι, πώς να το εξηγήσεις; Αυτή η πόλη ανήκει στην Ανατολή.
Ν – Αλλά σε ποιά Ανατολή...
Α – Υπάρχουν στη Νάπολη μεμονωμένα σημεία όπου εντελώς ξαφνικά βρίσκεσαι στη δεκαετία του '50, ή ακόμα πιο πίσω. Σε ένα ακαθόριστο παρελθόν, κάπου όπου ο χρόνος έχει σταματήσει. Κάτι μοιάζει να αντιστέκεται στη ροή. Αυτό μου έκανε τρομερή εντύπωση από την πρώτη στιγμή. Εδώ, η ζωντανή πραγματικότητα μοιάζει να έχει το πάνω χέρι...
Ν – Γι' αυτό αγαπάμε τη Νάπολη!
Α – Δεν έχει περάσει μέρα και νύχτα, όσες φορές έχω βρεθεί εδώ, που να μην πέσω πάνω σε κάποιο περιστατικό από εκείνα που περιλαμβάνονται στο αστυνομικό δελτίο...
Ν – Απειλείται η προσωπική σου ασφάλεια;
Α – Καθόλου, η αίσθηση δεν είναι καθόλου αυτή. Η αίσθηση είναι ότι στη Νάπολη η ζωή κυλάει απρόσκοπτα.
Ν – Πέρα από τον χρόνο...
Α – Η καρδιά της πόλης δεν είναι ένα ελβετικό ρολόι, αυτό μπορώ να το πω με βεβαιότητα.
Ν – Γνωρίζεις βέβαια ότι ένας παλιός πειρασμός των ταξιδιωτών είναι να περιγράφουν τις πόλεις – αν όχι και να τις αντιλαμβάνονται – σαν είναι, οι πόλεις, άνθρωποι.
Α – Τότε θα πρέπει να είναι είναι μία πολύ παράξενη οντότητα η Νάπολη που γνωρίζω, όχι άνθρωπος!
Ν – Μα το λέει ο μύθος, η Νάπολη ιδρύθηκε εκεί όπου η θάλασσα ξέβρασε νεκρή τη Σειρήνα, γύρω από τον τάφο της Σειρήνας.
Α – Έριξες το σύνθημα. Είναι λοιπόν καλύτερα να πέσουμε σε έναν άλλον πειρασμό;
Ν – Ναι, στον καλό πειρασμό...
Α – ...να συζητήσουμε για τις πόλεις από μία άλλη οπτική γωνία. Από μία γωνία που δεν είναι ανθρωποκεντρική.
Ν – Στο όνομα της Σειρήνας, ξεκίνα.
Α – Θα ξεκινήσω με κάτι που είπες την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε: η Νάπολη είναι τετράγωνη, το Μιλάνο ροτόντα.
Ν – Το διάγραμμα των δρόμων της παλιάς Νάπολης συμπίπτει σχεδόν με εκείνο της αρχαίας Νεαπόλεως, το μεγάλο ορθογώνιο, το μεγάλο «τετράγωνο». Το Μιλάνο, αντιθέτως, έχει σχήμα κυκλικό, με κέντρο το Ντουόμο.
Α – Στο Μιλάνο, δηλαδή, περπατάς πάνω σε έναν χάρτη της μεσαιωνικής κοσμολογίας των ομόκεντρων σφαιρών του ουρανού. Στη Νάπολη διασχίζεις ευθείες, αλλά ο τετραγωνισμός οδηγεί και εδώ στον ουρανό, σε ένα διαφορετικό σχήμα του ουρανού: είναι ο τετράγωνος ουρανός που αποτελείται από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Μία προέκταση της Γης, μία νοητή προβολή. Να προήλθε άραγε από τη Βαβυλώνα; Ή από τους «Σουμέριους»;
Ν Ή από ένα ακόμη πιο μακρινό παρελθόν, από την Ανατολή...
Α – ...αλλά ποιά Ανατολή.
Ν – Από την Ινδία, αλλά ποιά Ινδία...
Α – Αλήθεια, υπάρχει μία συνοικία της Νάπολης που λέγεται...Ινδία;
Ν – Όχι ακριβώς, αλλά θα μπορούσε! Η αλήθεια είναι ότι κάποιοι Ιησουίτες ονόμασαν τη Νάπολη Ινδία της Ευρώπης. Κάτι θα ήξεραν... Εδώ, άλλωστε, ιδρύθηκε το 1732 το πρώτο πανεπιστήμιο ανατολικών σπουδών και σινολογίας της Ευρώπης, το «Ανατολικό Πανεπιστήμιο της Νάπολης» – L' Orientale – έργο του Ιησουίτη ιεραπόστολου Matteo Ripa, που έζησε για πολλά χρόνια στην Άπω Ανατολή. Αλλά οι οπαδοί του Διαφωτισμού χρησιμοποίησαν τον ευγενικό αυτόν τίτλο, «Ινδία της Ευρώπης», με υποτιμητική σημασία, ότι η Νάπολη είναι «η Ινδία της Ιταλίας», με την έννοια ότι το Βασίλειο της Νάπολης είναι «οπισθοδρομικό», και ότι η Ιταλία ολόκληρη είναι η «Ινδία της Ευρώπης».
Α – Όσο πίσω και αν πάμε, βρίσκουμε αναλογίες και σχέσεις, οι οποίες με τον έναν ή τον άλλον τρόπο διασταυρώνονται στο παρόν... Ορισμένες έρευνες δείχνουν ότι τα ζιγκουράτ είναι οι μήτρες των πρώτων πυραμίδων.
Ν – Πράγματι – και αυτό όχι μόνο επειδή βγαίνουν οι χρονολογίες.
Α – Είναι σχέση αρχετύπου και τύπου.
Ν – Ναι, σχέση τύπου και πρωτοτύπου, στην οποία ένας τύπος καθίσταται το αρχέτυπο ένος άλλου τύπου και ούτω καθεξής. Στο Μιλάνο, όλοι οι δρόμοι οδηγούν στον καθεδρικό, στο κέντρο. Πέρα από τα απομεινάρια του κυκλικού τείχους της ευρύτερης περιοχής του ιστορικού κέντρου, η σύγχρονη πόλη αναπτύσσεται, αναπόφευκτα, σε σχήμα κύκλου. Σχηματίζεται έτσι μία ακόμη πιο μεγάλη ροτόντα. Στη Νάπολη μία τέτοιου είδους οργάνωση δεν υπάρχει, δεν υπάρχει κάποιο απόλυτο κεντρικό σημείο αναφοράς. Και όχι μόνο, αλλά, επιπλέον, το μεγάλο τετράγωνο της αρχαίας Νεαπόλεως, όπως μπορεί κανείς να το περπατήσει σήμερα, είναι, κατά κάποιον τρόπο, κλειστό προς τη θάλασσα. Η πόλη ορθώνεται με μία αυτονομία – αυτό είναι το «μυστικό». Σαν η θάλασσα να μην αποτελεί σημείο αναφοράς. Παράξενο, ίσως, για έναν αρχαίο λαό ναυτικών. Αλλά, υπενθυμίζω και πάλι: η Νάπολη θεμελιώθηκε εκεί όπου η θάλασσα ξέβρασε τη Νεκρή Σειρήνα...
Α – Αυτά είναι μυστικά όχι ναυτών, ακριβώς, αλλά Αργοναυτών. Χαμένα μυστικά. Οι Λατίνοι λένε sacrum το ιερό – sacrum είναι το αποκομμένο, το διαχωρισμένο, το περίκλειστο. Το τετράγωνο είναι ιερό, επομένως η τετράγωνη πόλη παρουσιάζεται να ίσταται με την ισχύ του sacrum.
Ν – Όλα αυτά γεννήθηκαν εδώ από τους Έλληνες. Στη Νάπολη βρίσκεται η μήτρα της ρωμαϊκής πολεοδομίας και αρχιτεκτονικής.
Α – Και το «τοτέμ» της Νάπολης; Η Νεκρή Σειρήνα; Δεν σημαίνει το πεπρωμένο της πόλης, την κυριαρχία επάνω στο στοιχείο του νερού; Μπορώ να φανταστώ τους ιδρυτές της πόλης να λαμβάνουν έναν τέτοιο χρησμό από το στόμα της Σίβυλλας. Και η Σειρήνα του χρησμού, η «νεκρή σειρήνα», να γίνεται ο ιδρυτικός μύθος της πόλης.
Ν – Είναι ένα αρχέτυπο που επιστρέφει ξανά και ξανά κάτω από άλλες μορφές. Στην Αλεξάνδρεια, η οποία ήταν βέβαια τετράγωνη και αυτή, ορθογώνια, η κυριαρχία πάνω στη θάλασσα γινόταν αισθητή χάρη στον περίφημο Φάρο, πύργο του φωτός ή του πυρός, πύρινο πύργο που υψωνόταν επάνω από τα ύδατα. Στη Νάπολη έχουμε το περίφημο «κάστρο του αυγού», το Castel dell'Ovo, εκεί όπου ήταν κάποτε η νησίδα Μεγαρίς, ο γενέθλιος τόπος, η «προνύμφη» της πόλης. Στη Μεγαρίδα, οι Έλληνες άποικοι από την Cuma, την Κύμη – μία από τις πρώτες αποικίες της Μεγάλης Ελλάδας – θεμελίωσαν τον αρχικό πυρήνα της Νεαπόλεως, την Παλαιόπολη. Θα 'χεις ίσως ακούσει για τον Βιργίλιο Μάγο. Ο κωδικό μεσαιωνικός μύθος για τον ποιητή–μάγο, «που ήρθε από μακριά, από τον βορρά, από τον ουρανό...», διηγείται πως ο Βιργίλιος έκρυψε μέσα στο κάστρο ένα αυγό... Ένα αυγό, στα ενδότερα του «κάστρου πάνω από τα νερά», το φυλακτήριο τάλισμαν της πόλης...
Α – Στην ενδοχώρα, έναν ανάλογο συμβολισμό θα πρέπει να τον αναζητήσουμε όπου υπάρχει ποτάμι, στη «γέφυρα πάνω από τον ποταμό», στο «πέρασμα υπεράνω των υδάτων». Θυμάμαι το Τορίνο, που είναι η πιο ιδιόρρυθμη πόλη του Βορρά – και αυτό τετράγωνο. Εκεί βλέπει κανείς πώς επανεμφανίζεται, μετά την Αναγέννηση, ο «τύπος», το ελληνορωμαϊκό «μοντέλο», με έναν κάπως μεγαλεπίβολο, θεατρικό τρόπο. Είναι εμφανές ότι ο αυτός ο τύπος πολεοδομίας δεν ανταποκρινόταν πια σε κάποια ανάγκη, ούτε αντιστοιχούσε σε έναν τρόπο ζωής ή σε μία ζωντανή παράδοση. Αλλά επιλέχθηκε πιο πολύ για το θεαθήναι, σαν ένα σκηνικό για το θέατρο της καθημερινότητας των αστών.
Ν – Ήταν, εξ αρχής, μία απομίμηση του «αρχετύπου». Όλη η ιταλική Ανάγεννηση ήταν μία μεγάλη θεατρική παράσταση.
Α – Μια μασκαράτα... Όμως μία έκπληξη περιμένει τον επισκέπτη στο Τορίνο. Αφού διασχίσεις όλη αυτή την «καθώς πρέπει» ρυμοτομία, με την επίφαση τελειότητας, βρίσκεσαι ξαφνικά σε μία τεράστια μακρόστενη πλατεία, στο βάθος κυλάει ο Πάδος, ο Ηριδανός των αρχαίων Ελλήνων, ποτάμι του ουρανού, και, πέρα από τον Πάδο, βλέπεις έναν δασωμένο λόφο, στη μέση της πόλης, ένα δάσος απ' όπου, έχεις την εντύπωση, θα βγουν από στιγμή σε στιγμή οι Δρυίδες... Περνώντας τη γέφυρα, βρίσκεσαι στην αντίπερα όχθη μπροστά σε έναν κυκλικό ναό. Γύρω από τον σκοτεινό λόφο βρίσκονται οι «λέσχες μαγείας» του Τορίνου.
Ν – Η κρυφή πόλη, ο προθάλαμος της κρυφής πόλης. Ο κύκλος μέσα στο τετράγωνο. Το Τορίνο είναι η μαγική πόλη του Βορρά. Η Νάπολη, η μαγική πόλη του Νότου. Και οι δύο, τετράγωνες...
Α – Τετράγωνo είναι το αρχέτυπο, όπως η ταλισμανική πόλη του Τρισμέγιστου Ερμή, στο Picatrix.
Ν – Το τετράγωνο είναι θεμελιακό τάλισμαν. Το τετράγωνο, ο κύκλος, αλλά και το τρίγωνο. Αν δούμε τα σχήματα με μια αθώα, παρθενική ματιά... Τάλισμαν δεν είναι μόνο τα φυλαχτά. Το τάλισμαν δεν είναι απαραίτητα ένα αντικείμενο. Τέλεσμα δεν λέγεται στα ελληνικά το τάλισμαν;
Α – Ναι, προέκυψε από παραφθορά της ελληνικής λέξης. Οι θεουργοί το τάλισμαν το ονόμαζαν τέλεσμα, αλλά το ονόμαζαν επίσης και αποτέλεσμα. Διάφορες θεουργικές πραγματείες κυκλοφορούσαν με τον τίτλο Αποτελεσματικά. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που διατηρεί μία ουσιώδη, εσωτερική συνάφεια με το αίτιον.
Ν – Το αίτιο φέρει εν δυνάμει το αποτέλεσμα. Και, αντιστρόφως, το αποτέλεσμα φέρει το αίτιο εν ενεργεία. Συζητάμε για τα σχήματα των πόλεων: το τετράγωνο και ο κύκλος είναι «νοητά», όπως έλεγαν οι αρχαίοι, δεν βρίσκονται στην πραγματικότητα. Οι πόλεις είναι υλοποιήσεις των νοητών μορφών. Οι πόλεις είναι, για να δανειστώ την έκφραση του Focillon, η ζωή των μορφών. Το τετράγωνο είναι το τέλεσμα...η τετράγωνη πόλη το απο-τέλεσμα.
Α – Διαισθάνομαι τί είναι αυτό που προσπαθείς να φωτίσεις. Θα ήταν σαν να λέγαμε ότι η τετράγωνη πόλη είναι η λειτουργία του τετραγώνου, η κυκλική πόλη η λειτουργία του κύκλου – λειτουργία με τη διπλή σημασία της λέξης. Με αυτή την έννοια η πόλη είναι η ισχύς του sacrum.
Ν – Επειδή είναι η υλοποίηση των Μέτρων. Αυτό, άλλωστε, δεν είναι που μας αποκαλύπτει, κατεξοχήν, η δωρική τεκτονική;
Α – Είναι κάτι που έρχεται από ένα πολύ μακρινό παρελθόν: η πόλη ως ένα ζωντανό, ενεργό τάλισμαν. Στα ελληνικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η πόλη αποτελεί τέλεσμα. Είναι το αποτέλεσμα, που παράγεται από ένα τέλεσμα. Η πόλη-πόλος, η «πόλη του πόλου».
Ν – Ακριβώς. Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον οι πόλεις έχουν ονόματα θηλυκά.



Η πόλη και η θεά: Αθηνά και 'Ισις

Α – Περιπλανιόμαστε στα αινίγματα που μας άφησαν οι αιώνες. Παρά τις τόσες και τόσες μελέτες που έχουν γίνει τα τελευταία εκατό χρόνια, αυτό που ονομάσθηκε λατρεία της πόλεως δεν έχει έρθει ακόμα στο φως.
Ν – Πράγματι, η κυρίαρχη άποψη βλέπει στη λατρεία της πόλεως μία ορθολογική κατασκευή, μία θρησκεία του κράτους η οποία υποτίθεται ότι δεν έχει καμία ουσιαστική σχέση με τις μυστηριακές λατρείες. Αλλά, τότε, πώς εξηγείται ότι στην πομπή προς την Ελευσίνα, για παράδειγμα, μπορούσαν να πάρουν μέρος όλοι, ενώ κάτι τέτοιο δεν ίσχυε στα Παναθήναια; Η συμμετοχή, μετά από επιλογή, στην πομπή του Πέπλου της Αθηνάς, αποτελούσε την ύψιστη τιμή.
Α – Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πίσω από τα Παναθήναια κρυβόταν μία μυστηριακή λατρείας της πόλεως. 


Ν – Τί ενδείξεις υπάρχουν για να υποστηριχθεί κάτι τέτοιο;
Α – Οι Πατέρες της Εκκλησίας, επιτιθέμενοι ενάντια στη «θρησκεία της πόλεως», μας αποκάλυψαν κάτι που διαφορετικά δεν θα το γνωρίζαμε, κάτι που ακόμα και σήμερα ελάχιστοι το γνωρίζουν: ότι υπήρχαν στην Αθήνα δύο λατρείες, μία εξωτερική και μία εσωτερική. Στην εξωτερική εκδοχή του μύθου, η Αθηνά είναι ταγμένη στην παρθενία, και γι' αυτό είναι η μητριά και όχι η μητέρα του βασιλικού γενάρχη της πόλεως, του Ερεχθέως. Αλλά στην εσωτερική εκδοχή, η οποία ήταν γνωστή μόνον στους ιερείς και στις ιέρειες της λατρείας της Ακροπόλεως, η Αθηνά ήταν, κρυφίως, σύζυγος του Ηφαίστου και μητέρα του Ερεχθέως!
Ν – Το θεμέλιο της λατρείας της πόλεως, δηλαδή, ήταν το «ερμητικό ανδρόγυνο», όπως το συναντάμε σε κάθε εσωτερική παράδοση.
Α – Ακριβώς. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο. Ακόμη και ο εξωτερικός μύθος δίνει σε εκείνον που είναι, για τους μυημένους, υιός της Αθηνάς και του Ηφαίστου, την όψη φιδιού. Ο όφις είναι, όπως γνωρίζεις, συμβολική μορφή του μύστη. Ο Ερεχθεύς, βασιλιάς θεοποιημένος, είναι ο ηλιακός όφις, ο όφις του πυρός. Όλοι οι θεμελιώδεις συμβολισμοί υπάρχουν εδώ. Χωρίς αμφιβολία, ο ιδρυτικός μύθος της πόλης υποκρύπτει μία εσωτερική παράδοση. Και κάτι ακόμη: όπως γράφει ο Ευριπίδης, οι Αθηναίοι είναι οι Ερεχθείδες...
Ν – Κατ' όνομα όλοι είναι Ερεχθείδες, αλλά κατ' ουσίαν Ερεχθείδες είναι εκείνοι που πραγματοποιούν το πέρασμα στην εσωτερική Αθήνα...
Α – Εκείνοι που μυούνται στα Μυστήρια της Πόλεως. Αυτοί είναι οι πολίτες, οι πολίτες της έσω πόλεως, της πόλης-πόλου. Μητέρα τους είναι η Αθηνά Πολιάς. Δεν ξέρω αν έχεις ακούσει ένα άλλο, πολύ πιο αρχαίο, όνομα της θεάς: Αθάνα Πότνια.
Ν – Αθάνα Πότνια... Η Κυρία του Λαβυρίνθου, προφανώς...
Α – Ναι, η Κυρία της Μυήσεως. Η Κυρία του Μεγάλου Σπηλαίου.
Ν – Γνωρίζουμε με ποιόν ακριβώς τρόπο κάλυπταν τα Μυστήριά τους οι Ερεχθείδες;
Α – Το ιερατείο επινόησε έναν μύθο, τον γνωστό μύθο ότι η Αθηνά αντιστάθηκε στην ερωτική φλόγα του Ηφαίστου. Αλλά ο θεός του πυρός εκσπερμάτισε στον μηρό της. Η Αθηνά σκούπισε το πόδι της με ένα κομμάτι μαλλί και το πέταξε κάτω, στο έδαφος. Από το κομμάτι αυτό γεννήθηκε ο Ερεχθεύς ή Εριχθόνιος, «παιδί της Γης», αυτή τη φορά, και όχι της ουράνιας Παρθένου...
Ν – Όπερ έδει δείξαι.
Α – Πόσο εύκολα μπορεί να εξαπατηθεί κανείς αν δεν μπορεί να διακρίνει την εξωτερική από την εσωτερική εκδοχή του μύθου.
Ν – Σαφώς. Και αυτό μας φέρνει στο θέμα της παρακμής των ίδιων των Μυστηρίων. Στη λεγόμενη κλασική εποχή της Αθήνας, τα Μυστήρια της Πόλεως είχαν, απ' ό,τι φαίνεται, αποκρυσταλωθεί σε ένα είδος τυπολατρείας. Είναι κάτι που το βλέπουμε να συμβαίνει ξανά και ξανά – το πνεύμα φεύγει, απομένει το γράμμα. Και τότε έρχεται η ώρα της αποκατάστασης. Θα μπορούμε να πούμε ότι ο «Χρυσούς Αιών» αποτέλεσε μία απάντηση στο πρόβλημα αυτό. Μία τακτική ήταν η εξωτερίκευση των Μυστηρίων μέσω των τεχνών.
Α – Να διασωθεί ό,τι μπορεί να διασωθεί διαμέσου της παραδόσεως και των αιώνων.
Ν – Το αποκορύφωμα υπήρξε το θέατρο. Από την άποψη ότι στο θέατρο συντελέσθηκε μία νέα σύνθεση όλων των τεχνών.
Α – Κάτι που παραπέμπει στα «μυστήρια», στον «εσωτερισμό», στη σύνθεση των τεχνών και των επιστημών.
Ν – Αλλά αυτό το τιτάνιο εγχείρημα δεν μπόρεσε να αποτρέψει την καταστροφή. Η Αθήνα είχε εξελιχθεί σε ηγεμονική θαλάσσια δύναμη, ακολούθησε μία, θα λέγαμε, υγρή ατραπό... Ένα μονοπάτι άμετρο, επικίνδυνο, μία άμετρη ατραπό, μία ατραπό του άμετρου. Ήταν αναπόφευκτη η σύγκρουση με τη σπαρτιατική ατραπό, τη λακωνική, τη δωρική ατραπό.
Α – Με το δώρειο μονοπάτι, τη Χρυσή Ατραπό.
Ν – Οπότε, αναδύθηκε το αίτημα της εσωτερικής ανακαινίσεως της πόλης, αίτημα που δεν σημαίνει τίποτα λιγότερο από την επιστροφή της Αθήνας στο αρχέγονο πεπρωμένο της, στον μυστικό της προορισμό.
Α – Αναφέρεσαι προφανώς στον Πλάτωνα...
Ν – Μην πάει ο νους σου μόνο στην Πολιτεία. Ένα κλειδί βρίσκεται στο περί Φύσεως έργο του Πλάτωνα, τον Τίμαιο. Εκεί διακρίνεται κατά ποιόν τρόπο το πλατωνικό σχέδιο προϋποθέτει την ενεργό παρέμβαση της ιταλιωτικής πυθαγορείου αδελφότητας στην Αθήνα...
Α – Περιμένω να δω που θα το πας. Σκέφτομαι τις περιπέτειες του Πλάτωνα στην Ιταλία.
Ν – Η Ιταλία ήταν τότε ένα μεγάλο πειραματικό εργαστήρι. Ήταν δυνατόν να λείψει ο Πλάτων; Λοιπόν, ποιό είναι το πλαίσιο στο οποίο τοποθετείται ο διάλογος, στον Τίμαιο; Είναι τα Παναθήναια, η μεγαλύτερη γιορτή της Αθήνας, και η επίσκεψη στα Παναθήναια ενός φημισμένου πυθαγορείου φιλοσόφου, του Τίμαιου του Λοκρού από τη Μεγάλη Ελλάδα. Στο πλαίσιο αυτό εμφανίζονται τα δύο μεγάλα θέματα. Η μυστική ιστορία της Αθήνας, ο πόλεμος με την Ατλαντίδα, που αφηγείται ο Κριτίας, μεταφέροντας αυτά που άκουσε κάποτε ο Σόλων από το αιγυπτιακό ιερατείο. Αλλά ο λόγος του Κριτία διακόπτεται κάπως απότομα, για να συνεχισθεί στον επόμενο διάλογο, που φέρει και το όνομά του. Ο λόγος δίνεται στον Τίμαιο, ο οποίος αρχίζει να εκθέτει την πυθαγόρεια κοσμολογία. Εδώ έχουμε και πάλι μία «εξωτερίκευση των μυστηρίων», αυτή τη φορά μέσα από μία παράδοση φιλοσοφική που πρώτος καλλιέργησε ο Πλάτων. Το σημαίνον όμως είναι ότι η απόκρυφη κοσμολογία των Πυθαγορείων εκτίθεται μπροστά από ένα φόντο διπλό: ένα φόντο ιστορικό, που είναι τα Παναθήναια, και ένα φόντο υπεριστορικό, που είναι η μυστική ιστορία της Αθήνας. Στον Τίμαιο, συνεπώς, η αναγέννηση της πόλεως συνδέεται με την αναγέννηση των Μυστηρίων της πόλεως. Και η αναγέννηση των Μυστηρίων της πόλεως με την εισαγωγή της πυθαγόρειας παράδοσης...
Α – Είσαι κάτι παραπάνω από σαφής. Από την άλλη, όταν ο Πλάτων βάζει τον φιλόσοφο να παρουσιάζει όλη αυτή την περίτεχνη κοσμολογία την ημέρα που γιορτάζονται τα Παναθήναια, δεν είναι σαν να υπαινίσσεται ότι, όλα όσα λέγονται, αφορούν εμμέσως πλην σαφώς τη λατρεία της πόλης; Και άρα ότι ο λόγος του Τίμαιου του Λοκρού αναφέρεται λιγότερο σε μία διδασκαλία που προέρχεται από την Ιταλία και πολύ περισσότερο, και κατ' ουσίαν, στην απόκρυφη σημασία της ίδιας της λατρείας, των τυπικών και των τελετών της πόλης της Αθήνας;
Ν – Μία τέτοια ερμηνεία δεν είναι καθόλου αβάσιμη. Πράγματι, ο Πλάτων αυτό υπαινίσσεται, ακριβώς αυτό, ότι στις γιορτές της πόλης υποκρύπτεται ένας μυστικός συμβολισμός. Αλλά, τότε, είναι τυχαίο ότι χρειάζεται να έρθει ένας μύστης της Μεγάλης Ελλάδας για να εξηγήσει στους Αθηναίους τη σημασία των δικών τους παραδόσεων; Παραδόσεων των οποίων η εσωτερική όψη μοιάζει να έχει περιπέσει στη λήθη; Ένα είναι, κατά τη γνώμη μου, βέβαιο, ότι μέσα από την παράδοση της Μεγάλης Ελλάδας θα αναγεννηθεί η Αθήνα. Αυτή ήταν η πρόταση της Ακαδημίας.
Α – Άρα, πλέον, στα Μυστήρια της Αθήνας αγεωμέτρητος ουδείς εισίτω...
Ν – Ναι, η πολιτική τέχνη, στον Πλάτωνα, είναι μία βασιλική τέχνη. Και ως «τεκτονική της πόλεως», η πολιτική τέχνη υποκαθιστά – και δεν αντικαθιστά – τη μυστηριακή λατρεία της πόλης.
Α – Σε αυτό το πλαίσιο, η πλατωνική Ατλαντίδα τί σημαίνει;
Ν – Είναι ένας μύθος ο πόλεμος της Αθήνας ενάντια στην ωκεάνεια νήσο. Ένας μύθος που, πάνω απ' όλα, σημαίνει την απόπειρα να αναλάβει η Αθήνα, και πάλι, τη μεταϊστορική της αποστολή.
Α – Μια μυθολογική επανεκκίνηση της Ιστορίας...
Ν – Κατά κάποιον τρόπο, ναι. Αλλά όλοι ξέρουν ότι είναι ο Μέγας Αλέξανδρος εκείνος που θα καταστήσει τον Μύθο Ιστορία και την Ιστορία Μύθο.
Α – Η Μυθιστορία είναι η ουσία της τέχνης της πολιτικής. Ο απόκρυφος σκοπός της αληθινής πολιτικής τέχνης είναι η Μυθιστορία. Romance... Ελλάς, Αίγυπτος, Περσία, Βαβυλώνα, Ινδία, Ρώμη.
Ν – Ο κύκλος κλείνει... Από το έναν ή τον άλλον δρόμο, πάλι στα Μυστήρια της Πόλης καταλήγουμε.
Α – Ο ρόλος της Μεγάλης Ελλάδας , ποιός ήταν, εν τέλει;
Ν – Η Μεγάλη Ελλάς υπήρξε ένα μεγάλο χωνευτήρι, για να χρησιμοποιήσω αυτόν τον μεταλλουργικό όρο.
Α – Στη γεωργική γλώσσα θα λέγαμε ότι εδώ, όχι αλλού, φύτρωσε ο σπόρος του Πυθαγόρα.
Ν – Βέβαια, αλλά το έδαφος όπου φύτρωσε ο σπόρος του Πυθαγόρα ήταν το έδαφος ενός χθόνιου τελλουρισμού. Ένας τελλουρισμός μυστηριακός και μαγικός, που πάει σε βάθος, και ο οποίος ακόμη και σήμερα είναι αισθητός στον αέρα. Η «Κάτω Ιταλία», quell' umile Italia, όπως έλεγε ο Ντάντε, αυτή η «ταπεινή Ιταλία», ακριβώς επειδή βρίσκεται πιο «χαμηλά», είναι η Εσωτερική Ιταλία. Η πύλη προς την Εσωτερική Ιταλία. Αν το δούμε σε κάθετη διάταξη, όπως οι αρχαιολόγοι, είναι σαν να σκάβουμε και να βρίσκουμε τρία ή τέσσερα βασικά επίπεδα. Στο βαθύτερο επίπεδο, το χθόνιο και κρόνιο, η μαντική της γης, η φωνή της Σίβυλλας, η σπηλιά της Σειρήνας. Σε ένα ενδιάμεσο επίπεδο, η ορφική μυσταγωγία σύμφωνα με την οποία ο Κάτω Κόσμος είναι ο δίαυλος, η στενωπός προς τα άνω. Στο επόμενο επίπεδο ένας κόσμος τάξης, η εμπνευσμένη κοσμολογία και η πολιτική τέχνη των Πυθαγορείων, η μεγάλη ελληνική σύνθεση και η ελληνορωμαϊκή της εκδοχή. Στο τρίτο επίπεδο, στο κλείσιμο του αρχαίου ιστορικού κύκλου, οι μυστηριακές λατρείες της εποχής του τέλους, με προεξάρχουσα τη λατρεία της Ίσιδος.
Α – Στον ναπολιτάνικο εσωτερισμό, η Νάπολη είναι πόλη της Ίσιδος...

ο θεός Νείλος (Piazzetta Nilo, Νάπολη, φωτ. viman57)


Ν – Και πολύ σοφά. Γιατί, ποιά είναι η Ίσις; Είναι η θεά με τα χίλια ονόματα, η Πολυώνυμη. Και η Νάπολη είναι η πόλη όπου μπορεί κανείς να δει τα χίλια ονόματα, τις χίλιες μορφές της μίας και μοναδικής Θεάς...
Α – Δηλαδή μπορεί κανείς να δει...
Ν – ...τον Πέπλο της Ίσιδας...
Α – ...τον Πέπλο της Αθηνάς...
Ν – Ή της Σάκτι. Γιατί η Νάπολη δεν είναι μόνον η πιο ελληνική πόλη της Ιταλίας αλλά και η Ινδία της Ευρώπης...



Οι Ταξιδιώτες του Υπόγειου Νείλου

Ο Τάφος του Raimondo di Sangro, το πιο σημαντικό μνημείο της Cappella Sansevero, περνά σχεδόν απαρατήρητος (φωτ. Riccardo Siano)


Α – Βρισκόμαστε στην ιδανική – για όσους αγαπούν τις πολύωρες συζητήσεις – πλατεία. Είναι σαν μία αυτόνομη νησίδα, ένα τετράγωνο μέσα στο μεγάλο τετράγωνο της πόλης. Δεν υπάρχει καμία πλατεία σαν την πιάτσα Μπελίνι, ούτε στο Παρίσι, ούτε πουθενά. Και όσο σκέφτομαι ότι λίγους δρόμους πιο πέρα βρίσκεται το πιο σημαντικό μνημείο της Ερμητικής Ευρώπης...
Ν – Όσο γι' αυτό, θα είχα πολλά να σου πω.
Α – Δεν βιάζομαι, δεν θέλω να ταράξουμε τα τζίνια της πόλης.
Ν – Μην ανησυχείς. Αλλά, πες μου, στο Posillipo, στο Παυσίλυπον, όπως το λέτε εσείς, με την αρχαία του ονομασία, ανέβηκες τελικά;
Α – Όχι, με έφαγαν οι περίπατοι εδώ κάτω, για μία ακόμη φορά.
Ν – Να πας, από την πρώτη στιγμή σου τόνισα ότι πρέπει οπωσδήποτε να πας – μόνος. Η θέα από ψηλά στον Κόλπο της Νάπολης...
Α – Θα πάω, την επόμενη φορά...αν είναι, όπως λένε, να βρω στο Παυσίλυπον το φάρμακο της μελαγχολίας.
Ν – Η Νάπολη – το βλέπεις – δεν είναι πια εκείνη η παλιά Νάπολη των ποιητών, η Νάπολη των Ρομαντικών. Ένας λόγος παραπάνω να ανεβαίνουμε στο Παυσίλυπον, να διαιωνίζουμε τον μύθο της πόλης. Τί σκέφτεσαι;
Α Κάτι από την πρώτη μου επίσκεψη στην Cappella Sansevero. Ανάμεσα στους λίγους επισκέπτες ήταν, θυμάμαι, μια καλόγρια. Το πρόσωπό της, καθώς στεκόταν πάνω από το σώμα του νεκρού Χριστού με το μαρμάρινο πέπλο, είχε μια έκφραση θλιμμένης απορίας. Την κοιτούσα και δεν μπορούσα να καταλάβω τί ήταν εκείνο που μεγάλωνε, η θλίψη ή η απορία. Η παραξενιά του γλυπτού περνούσε μέσα της και της άλλαζε το πρόσωπο. Μία μάσκα σχηματιζόταν στη θέση του προσώπου, ενώ εκείνη δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από το άγαλμα. Λίγο ακόμα και η μοναχή θα γινόταν μέρος του μυστικού θιάσου, παρά τη θέλησή της.
Ν – Στο όνομα του Διονύσου... Η μυστηριακή τέχνη, ο σκοπός της μυστηριακής τέχνης είναι αυτή η εξαίφνης μεταλλαγή. Στα γλυπτά της Cappella Sansevero, το Ερμητικό μυστήριο εκφράζεται με μία ενάργεια που δεν έχει προηγούμενο ούτε επόμενο στην ευρωπαϊκή τέχνη. Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω ότι η Cappella Sansevero είναι το πιο σημαντικό μνημείο της Ερμητικής Ευρώπης.
Α – Τα αγάλματα δικαιολογημένα τραβούν όλη την προσοχή, ιδιαίτερα ο Χριστός και η Πεπλοφόρος. Το ίδιο και οι θρυλικές ανατομικές μελέτες, στο υπόγειο – «Αδάμ και Εύα» αποκαλώ τα άσαρκα αυτά πτώματα και μου φαίνεται ότι συμπληρώνουν, υπόρρητα, το όλο σχέδιο του Έργου όπως το οραματίσθηκε ο Raimondo di Sangro. Το σοκ που προκαλεί η θέα του απολιθωμένου δάσους από φλέβες, αρτηρίες και τριχοειδή αγγεία, είναι το ίδιο σοκ αφύπνισης που μου προκάλεσε η ταινία που γύρισε ο Stan Brakhage σε ένα εργαστήριο ανατομίας και έχει τον τίτλο The Act of Seeing with one's own eyes... Αλλά μέσα στο γοητευτικό θέαμα που ξετυλίγει αυτός ο μυστηριακός, αλχημικός θίασος, όπου το μάρμαρο συγχέεται με το ύφασμα, και το οργανικό συγχέεται με το ανόργανο, κρατιέται στη σκιά εκείνο που είναι το πιο σημαντικό, για όσους έχουν μάτια να δουν, μνημείο ολόκληρου του Έργου. Αναφέρομαι βέβαια στον «Τάφο του Raimondo di Sangro»...
Ν – Είναι μία ατελείωτη πηγή έμπνευσης για εμάς. Είναι ηθελημένο ότι ο «Τάφος» παραμένει στη σκιά, περνά σχεδόν απαρατήρητος από τους πιο πολλούς, κι ας είναι το μνημείο εκείνο που, περισσότερο από κάθε άλλο, αποκαλύπτει την πεμπτουσία μιας ορισμένης Ερμητικής Νάπολης. Και όχι μόνο...
Α – Ολόκληρη η Cappella Sansevero μοιάζει να ξεπήδησε απ' το πουθενά. Από το κενό. Και, ωστόσο, ένα μυστικό ποτάμι κυλάει από κάτω.
Ν – Ακριβώς. Και για να ανακαλύψεις αυτό το υπόγειο ποτάμι δεν ήρθες εδώ;
Α – Μπλέχτηκα σε μία συνωμοσία βιβλίων, εγώ την ομορφιά αναζήτησα στη Νάπολη.
Ν – Η ομορφιά, το πνεύμα αυτού του τόπου, το genius loci της Νάπολης, αγαπά να κρύβεται, αγαπά και να φανερώνεται – καμιά φορά.
Α – Μία μέρα στη Ρώμη, τον καιρό που έμενα στη Ρώμη, είδα μέσα στο πλήθος, στη Via Condotti, έναν ηλικιωμένο εφημέριο. Ήταν μία μαύρη κηλίδα ανάμεσα στους περαστικούς που χάζευαν τις βιτρίνες. Το ακίνητο βλέμμα του, που είχε την οξύνοια και την αυστηρότητα των Ιησουιτών, ή κάτι ακόμα πιο σπάνιο, δεν θα το ξεχάσω. Μου φάνηκε τότε ότι ανακάλυψα το τζίνι της πόλης, ότι το κρυφό τζίνι της πόλης ήταν η μορφή αυτού του γέροντα, ότι ήταν ο γέροντας αυτός. Και ένα βράδυ, εδώ στη Νάπολη, στον σταθμό των τρένων, είδα κρυμμένο στο ημίφως έναν ερμαφρόδιτο, που πουλούσε το κορμί του. Είχε τη μορφή ψηλού γεροδεμένου άντρα αλλά απέπνεε μια σκοτεινή θηλυκότητα.
Ν – Αυτό που είδες είναι το πνεύμα της άλλης Νάπολης, όχι εκείνης που όλοι ξέρουν. Είναι μια Νάπολη παράλληλη, μυστικοπαθής, ταντρική. Είναι το νυχτερινό διπλό της Μαγικής Νεαπόλεως, της δικής μας Νάπολης.
Α – Πού βρίσκεται η πύλη της Μαγικής Νάπολης;
Ν – Εξαρτάται πού θέλεις να πας. Το ρητό λέει: vedi Napoli e poi muori...
Α – Δες τη Νάπολη κι έπειτα μπορείς να πεθάνεις...
Ν – Είμαστε μία συντροφιά, μία εκλεκτή συντροφιά, οι Ταξιδιώτες του Υπόγειου Νείλου... Για εμάς η πόλη είναι το σώμα της θεάς, η Νάπολη είναι ένα ποτάμι μυστικό, ο Νείλος, το σώμα της Ίσιδας...
Α – Πάνω στο συμβολικό σώμα της Ίσιδας, τί θέση έχει η οδός Νείλου και η ομώνυμη πλατεία, όπου βρίσκεται το άγαλμα του θεού Νείλου; Γνωρίζω ότι αυτό το σημείο, σε απόσταση αναπνοής από την Cappella Sansevero, είναι το επίκεντρο της όλης μυθολογίας.
Ν – Είναι η καρδιά. Από εκεί ξεκινούν και εκεί καταλήγουν πολλές από τις νυχτερινές μας διαδρομές. Οι διαδρομές περιλαμβάνουν διάφορους σταθμούς, ορισμένοι από τους οποίους σημαδεύονται από τις guglie, τους ναπολιτάνικους οβελίσκους – και δεν αναφέρομαι μόνο σε εκείνους που είναι γνωστοί σε ορισμένους ενημερωμένους τουρίστες. Οι διαδρομές έχουν σχεδιαστεί από τους καλύτερους της συντροφιάς, που έχουν μελετήσει κάθε μνημείο, σημαντικό ή – φαινομενικά – ασήμαντο. Όλα τα μνημεία, κάθε εποχής, στην παραμικρή τους λεπτομέρεια. Όλα τα μνημεία που βρίσκονται μέσα στο τετράγωνο της αρχαίας πόλης και είναι χιλιάδες, πολλές χιλιάδες... Ακολουθούμε τα χνάρια όσων προηγήθηκαν από εμάς, διαβάζουμε τα σημάδια. Τίποτα δεν γίνεται στο κενό. Βυθιζόμαστε στη μνήμη της πόλης, βαπτιζόμαστε στα νερά του Υπόγειου Νείλου...
Α – Αναφέρθηκες σε «σταθμούς».
Ν – Ναι, για παράδειγμα ένας σταθμός ονομάζεται Tomba di Virgilio.
Α – Εννοείς τον «Τάφο του Βιργίλιου» στην Piedigrotta;
Ν – Από εκεί είναι εμπνευσμένη η ονομασία, αλλά το μνημείο στο οποίο αναφέρεται δεν μοιάζει εξωτερικά με τάφο ούτε έχει κάποια προφανή σχέση με τον Βιργίλιο. Και βρίσκεται μέσα, όπως σου είπα, όχι έξω από το τετράγωνο.
Α – Οι σταθμοί ποιόν ρόλο ακριβώς παίζουν μέσα σε μία διαδρομή;
Ν – Είναι «στάσεις», παύσεις της κίνησης, με τις οποίες συντονίζεις την αναπνοή σου, τη ζωή σου. Κάθε διαδρομή έχει σχεδιαστεί ώστε να είναι ένας διαλογισμός εν κινήσει. Η στάση σε έναν σταθμό είναι η στιγμή κατά την οποία το υπό διαμόρφωση όραμα της διαδρομής ακινητοποιείται σε μία εικόνα. Αυτό το αποκαλούμε «τετραγωνισμό του κύκλου». Για να συνεχιστεί όμως η διαδρομή, ή, για να αρχίσει μία νέα διαδρομή, πρέπει αυτή η τελική εικόνα να διαλυθεί, να σβήσει, να την «πάρει το ποτάμι»...
Α – Ο Νείλος...
Ν – Ο Νείλος. Για μας ο Νείλος δεν είναι μία μεταφορική έννοια απλώς. Είναι κάτι που γίνεται απτό, αισθητό, κατά τη διάρκεια των διαδρομών...
Α – Υπάρχουν απρόοπτα κατά τη διάρκεια των διαδρομών; Παρεκκλίσεις από τον αρχικό σχεδιασμό;
Ν – Αν δεν υπάρχουν απρόοπτα τότε πρόκειται για κακή διαδρομή. Τότε λέμε ότι «το ποτάμι με πέταξε έξω». Κάποιος είπε κάποτε: «μπήκα στο ποτάμι δυο φορές».
Α – Δυο φορές στο ίδιο ποτάμι... Και τί γίνεται αν υπάρξουν άσχημα απρόοπτα; Που θα διαλύσουν εντελώς μία διαδρομή;
Ν – Υπάρχουν άσχημα απρόοπτα. Έχουν υπάρξει και τέτοιες στιγμές, να επιστρέψει κάποιος και να μας πει «ο Νείλος μ' έβγαλε στην έρημο»... Αλλά, πίστεψέ με, είναι αδύνατο να διακοπεί μία διαδρομή. Κάποιος που θα διέκοπτε μία διαδρομή δεν θα είχε καταλάβει παρά μόνο επιδερμικά αυτό που κάνουμε και δεν θα μπορούσε να ανήκει στη συντροφιά μας.
Α – Οι περιπλανήσεις είναι ατομικές ή ομαδικές;
Ν – Είναι απολύτως μοναχικές. Αλλά η όλη εμπειρία είναι μία προσωπική εμπειρία συνόλου.
Α – Φτάσαμε στο σημείο... Ας μην το υπερβούμε.
Ν – Ναι, είναι πράγματα που δεν μπορούν, καλώς ή κακώς, να συζητηθούν δημόσια.
Α – Πάντα, τα πιο ωραία πράγματα, εκείνα που φωτίζουν όλη την περιπέτεια, δύσκολα θα μπορούσαν να συζητηθούν δημόσια.
Ν – Προς το παρόν, λοιπόν, βρισκόμαστε μέσα στο κείμενο εκείνου που μας γράφει.
Α – Προς το παρόν. Είμαστε τα τζίνια της γραφής.
Ν – Ναι, πώς το λέγαμε προηγουμένως; Είμαστε οι αποτελεσματικοί, εμείς λειτουργούμε το κείμενο.
Α – Τί κάνουμε;
Ν Τί κάνουμε; θα πάμε, σαν κανονικοί Ναπολιτάνοι, για πίτσα στη Spaccanapoli και θα τον αφήσουμε να ολοκληρώσει το κείμενο.
Α – Πώς κλείνει το κείμενο, αν κλείνει;
Ν – Μα με τον ύμνο στη θεά, με ένα από τα τραγούδια των Ταξιδιωτών του Υπόγειου Νείλου...
Α – Το οποίο είναι;
Ν Ο ΑπόκληροςEl Desdichado – του Ζεράρ ντε Νερβάλ! Θυμάσαι πώς αρχίζει; Je suis le Ténébreux, – le Veuf, – l’Inconsolé, Le Prince d’Aquitaine à la Tour abolie: Ma seule Étoile est morte...
Α – ...et mon luth constellé/ Porte le Soleil noir de la Mélancolie. Ο μαύρος Ήλιος της Μελαγχολίας...
Ν – Κι έπειτα επικαλείται τη Μούσα: Dans la nuit du Tombeau, Toi qui m’as consolé,
Rends-moi le Pausilippe et la mer d’Italie...
Α – Και παρακάτω λέει το αινιγματικό: J’ai rêvé dans la Grotte où nage la sirène…
Ν – «Έχω ονειρευθεί μες στη Σπηλιά όπου κολυμπά η σειρήνα»... Ναι, γιατί είδε πέρα από την εξωτερική όψη του μύθου! Του αποκαλύφθηκε ότι, φαινομενικά μόνο, η σειρήνα υπήρξε το σύμβολο μιας νεκρής γνώσης... Η σειρήνα δεν πέθανε ποτέ...
Α – Η Σπηλιά της σειρήνας τί είναι για σένα; Τί είναι για σας;
Ν – Για μας... Η Νάπολη είναι η Σπηλιά της σειρήνας, η Μαγική Νάπολη...
Α – Ωραία... Και τώρα τα εκλεκτά αποσπάσματα σε μία εκδοχή στα ελληνικά:

Είμαι ο Ζοφερός, – ο Χήρος, – ο Απαραμύθητος,
Του έρημου Πύργου Πρίγκιπας, στης Ακουιτανίας το βασίλειο:
Το μόνο μου Άστρο είναι νεκρό, – και το λαούτο μου έναστρο
Ηχεί τον μαύρο της Μελαγχολίας Ήλιο.

Στο σκοτάδι του Τάφου, Εσύ που με παρηγόρησες,
Το Παυσίλυπον στείλε μου και τη θάλασσα της Ιταλίας...

Μες στη Σπηλιά όπου κολυμπά η σειρήνα έχω ονειρευθεί...

Δημήτρης Τσουμάνης


Φωτογραφία εποχής, θέα της Νάπολης από τον Τάφο του Βιργίλιου. Σε δεύτερο πλάνο το Castel dell'Ovo και στο βάθος το V ή το Μ που σχηματίζει ο Βεζούβιος.


Δημοσιεύθηκε στο Strange 143.
Σχετικά με το θέμα του ναπολιτάνικου εσωτερισμού, ένα θέμα γενικώς άγνωστο αλλά και περίπλοκο το οποίο ερευνώ εδώ και αρκετά χρόνια, μπορεί να διαβάσει κανείς και ένα παλιότερο άρθρο μου στο Strange 129 με τίτλο Ο Ρουμπινένιος Πίνακας και το Μυστικό της Αλχημείας.

27.9.12

Το Σπήλαιο του Πλάτωνα, Σπήλαιο της Imaginatio


Σημειώσεις για την αλήθεια των αισθήσεων




Κλείνοντας τη μακρά επισκόπηση–περιπλάνηση στην Ιστορία της πυθαγόρειας φιλοσοφίας, αναζητώντας τις μεταμορφώσεις της, από τις διδασκαλίες των συντεχνιών του Μεσαίωνα ως τις μετανευτώνειες επιστημονικές θεωρίες, ο Matila Ghyka, στο μνημειώδες έργο Le Nombre d'Or (1931), καταλήγει ως εξής:

Πάντα το Σπήλαιο του Πλάτωνα!
Θεός και Πραγματικότητα είναι ο Ήλιος που λάμπει στη σπηλιά μας, του οποίου τη λάμψη δεν θα μπορούσαμε να αντέξουμε. Αλλά οι παράγωγες σκιές που χορεύουν στο ορατό προπέτασμα των αισθήσεών μας, και οι ρυθμοί τους, είναι ωστόσο δικές του εκπορεύσεις (1).

Εκείνοι που διαβάζουν τον Πλάτωνα χωρίς τα πολυχρησιμοποιημένα γυαλιά ενός μυωπικού πλατωνισμού ή ιδεαλισμού (ακόμη λέγονται, με τόση ευκολία, διάφορα για την «πλάνη των αισθήσεων») θα συμφωνήσουν με την παρατήρηση του Ghyka.

Θα μιλήσουμε για σκιές, για όψεις, για επιφάνειες, για εικόνες, για μορφές. Θα μιλήσουμε δηλαδή για ιδέες και είδη, έχοντας κατά νου την πολυσημία των λέξεων. Θα περιπλανηθούμε στο Σπήλαιο.

Η αρχική σημασία των φιλοσοφικών όρων ιδέα και είδος είναι «όψη», «εμφάνιση», «σχήμα». Μία άλλη λέξη που οι αρχαίοι χρησιμοποιούν για την όψη, την εμφάνιση, το σχήμα, αλλά και για την παράσταση και την εντύπωση, είναι: φαντασία. Η λέξη «φαντασία» σημαίνει την επενέργεια του φωτός, το φαίνειν και το φαίνεσθαι – το φαινόμενο. Σημαίνει κάτι που έρχεται στο φως, ότι κάτι που πρώτα ήταν σκοτεινό έρχεται στο φως.

Ο Σουχραβάρντι, ο οραματιστής φιλόσοφος του Ιράν, έλεγε ότι υπάρχουν τρεις, κατά βάση, τρόποι να ατενίζεις τον ουρανό: όπως οι κοινοί άνθρωποι και τα ζώα, όπως οι άνθρωποι της επιστήμης, που βλέπουν τους ουρανούς με τα μάτια των ουρανών, και ένας τρίτος τρόπος, ανώτερος από τους προηγούμενους, με τα μάτια της εσωτερικής όρασης.

Ο Henry Corbin, μελετώντας σε βάθος τον Σουχραβάρντι καθώς και όλα τα παρακλάδια του ισλαμικού εσωτερισμού, εντόπισε από την αρχή την ιδιαίτερη σημασία της Φαντασίας και επινόησε τον όρο imaginal για να περιγράψει το θεμελιώδες εκείνο στοιχείο που συγκροτεί τον μετασυμβολικό πυρήνα των μυστικών αυτών παραδόσεων. Απέφυγε να χρησιμοποιήσει το επίθετο imaginaire (φανταστικός), θεωρώντας ότι η πολυχρησιμοποιημένη αυτή λέξη θα παρέπεμπε αναπόφευκτα στην τρέχουσα σημασία της φαντασίας, της imaginatio ως κάτι το μη πραγματικό, το ψευδές. Η επιφύλαξη του Corbin αποδείχθηκε βάσιμη, πολύ περισσότερο μάλιστα αν αναλογιστούμε ότι ούτε ο νεολογισμός imaginal στάθηκε αρκετός για να διαλύσει τελείως τη σύγχυση. Και αυτό γιατί πίσω από τη διάκριση ανάμεσα στο φανταστικό και το πραγματικό παραμένει πανίσχυρη η θεμελιώδης διάκριση ανάμεσα στο αισθητό και στο νοητό.
Στον ισλαμικό εσωτερισμό, ιδιαίτερα στα ιρανικά–σιϊτικά ρεύματα, πλάι στη διάκριση ανάμεσα στο αισθητό και στο νοητό, κληρονομιά του Νεοπλατωνισμού στον οποίο αναβαπτίσθηκε η ισλαμική φιλοσοφία, στέκει μία άλλη διάκριση με βάση την οποία η διχοτομία αίσθησης και νόησης τείνει να διαλυθεί, να μεταμορφωθεί μέσα στο αναγεννώμενο σύμπαν της ενόρασης. Πρόκειται για τη διάκριση ανάμεσα στην Ιδέα ως Αρχέτυπο και στην Ιδέα–Εικόνα, μία λεπτή, θεμελιώδη διάκριση που διανοίγει το πεδίο για μία παράδοξη, ασύλληπτη Μεγάλη Έκρηξη της φαντασίας: για τη μεταμόρφωση της Φαντασίας σε θεοφάνεια, σε ένα πεδίο πολλαπλών, κλιμακωτών θεοφανειών.
Δύο, κατά βάση, συμβολικοί κόσμοι αναπαριστούν τις ενέργειες των Ιδεών. Οι Ιδέες εκδηλώνονται ως Αρχέτυπα στο Γιαμπαρούτ, τον «κόσμο των Νοών», και ως Εικόνες στο Μαλακούτ, τον «κόσμο της εικόνας». Ο οραματιστής του Μαλακούτ, θεάται τα πράγματα αυτού εδώ του κόσμου αλλά τα θεάται όπως αυτά είναι στο Μαλακούτ... Δεν πρόκειται για φυγή σε φανταστικούς κόσμους.

...Κάθε στιγμή το πλάνο Κάλλος/ προβάλλει εν ετέρα μορφή/ γητεύει την ψυχή κι εξαφανίζεται/ Κάθε στιγμή ο Αγαπημένος/ ενδύεται κι ένα καινούριο ένδυμα (Ρουμί)

Ο Corbin επινόησε τον όρο imaginal έχοντας κατά νου το Μαλακούτ, ώστε να αποδώσει στη συνέχεια την εναλλακτική, τεχνική ονομασία του όρου, η οποία είναι alam al-mithal, «κόσμος της εικόνας». Σχημάτισε έτσι τον όρο Mundus Imaginalis, στα λατινικά. Είναι μεγάλη συζήτηση. Αν, για λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί, δεν μπορούσε να επαφίεται πλέον στη λέξη imago και στα παράγωγά της, αναρωτιέται κανείς γιατί ο Corbin δεν ανακάλεσε τη λέξη εικόνα, αντί να καταφύγει σε αμφίβολους νεολογισμούς. Πόσο μάλλον όταν ο ίδιος γνώριζε αρκετά καλά την ιδιαίτερη σημασία που έχει η λέξη εικόνα και η έννοια του εικονίζειν στη θεολογία της Ορθοδοξίας. Γιατί ο Corbin σε κάποιο σημείο επικαλείται τη βυζαντινή λειτουργία, για να φέρει κοντά στον δυτικό αναγνώστη την ούτως ή άλλως παράδοξη έννοια του Mundus Imaginalis. Αναφέρεται συγκεκριμένα σε μία φράση που ψάλλει ο Χορός πριν από την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας: «[ημείς] τα Χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες», «εμείς που κατά τρόπο μυστικό εικονίζουμε τα Χερουβείμ» – κάτι που κάποτε έψελνε ο «λαός», το εκκλησίασμα, εικονίζοντας τους Αγγέλους. 

«Οι τα Χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες». Οι άγγελοι της Μεγάλης Εισόδου, τοιχογραφία στην Περίβλεπτο του Μυστρά που παραπέμπει σε αρχαίες μυστηριακές λατρείες.

Αλλά τί σημαίνει εικονίζω; Εικονίζω μυστικώς; Σημαίνει «μιμούμαι το αρχέτυπο». Παρενθετικά πρέπει να σημειωθεί ότι και η μίμηση έχει ως έννοια υποστεί αλλοιώσεις ανάλογες με εκείνες που έχει υποστεί η λέξη εικόνα. Αλλοιώσεις που μαρτυρούν, για να το πούμε χωρίς περιστροφές, μία σοβαρή διαταραχή στη σχέση του ανθρώπου με το «υπεραισθητό», το «υπερφυσικό», ή, αν θέλετε, το «αγγελικό».
Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, όσο ελλιπή και αν είναι αυτά, μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι στα θεατρικού τύπου δρώμενα των αρχαίων Μυστηρίων η μίμηση ήταν μίμηση μορφής, μίμηση είδους, αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε τους όρους που υιοθέτησαν οι φιλόσοφοι μελετώντας τις θρησκευτικές παραδόσεις και τις διάφορες μορφές τέχνης που απέρρευσαν από αυτές, όπως το έπραξε ο Αριστοτέλης μελετώντας την τραγωδία. Μίμηση μορφής, μίμηση είδους, δηλαδή αναγωγή στο αρχέτυπο.
Φυσικά, η πιο απτή μαρτυρία για το πώς ακριβώς εννοεί η αρχαιότητα την αναγωγή στα αρχέτυπα βρίσκεται στην τέχνη, στη γλυπτική, όπου το αρχέτυπο, ενσαρκωμένο στο κάλλος και στην τελειότητα της μορφής (του «είδους») φανερώνεται ως το καθολικό και το γενικό (το γένος). Στη δε βυζαντινή τέχνη, η αναγωγή στο αρχέτυπο εκκινεί από την υπόσταση, καθώς η θεολογία της εικόνας αποτελεί μέρος της θεολογίας του προσώπου (2).

Κάλλιστα λοιπόν ο Mundus Imaginalis θα μπορούσε να μεταφραστεί «Κόσμος της Εικόνας», παραπέμποντας στη βυζαντινή έννοια της εικόνας, ή ακόμη και Εικονικός Κόσμος, δηλαδή «κόσμος των Ιδεών–Εικόνων». Αυτός ο «κόσμος» ή βασίλειο των Αρχετύπων–Εικόνων είναι, με μία ειδική σημασία, και το Bασίλειο της Imaginatio. Όπως έλεγε ο Ιρανός Muhsen Fayz τον 17ο αιώνα, ο Mundus Imaginalis «κατέχει στην τάξη του μακρόκοσμου την ίδια θέση που η Imaginatio κατέχει στον μικρόκοσμο» (3).

Μελετώντας τα ζητήματα αυτά, έχω καταλήξει ότι υπάρχουν διάφοροι τύποι Mundus Imaginalis και ότι είναι δυνατόν να ταξινομηθούν ανά παράδοση ή σχολή (λόγου χάρη ο Mundus Imaginalis των Νεοπλατωνικών ή των Καββαλιστών) καθώς και ανά τύπο εμπειρίας (ο Mundus Imaginalis των σαμάνων ή ο Mundus Imaginalis των καθολικών μυστικών όπως η Τερέζα της Άβιλα, συγγραφέας του Las Moradas Del Castillo Interior, «Οι Κατοικίες του Εσωτερικού Κάστρου»). Μία άλλη τεράστια κατηγορία αποτελείται από τα λογοτεχνικά έργα, από τον Όμηρο ως τον Τζόις, είτε αυτά συνδέονται άμεσα με τις εσωτερικές παραδόσεις είτε έμμεσα.
Σχηματοποιώντας ακόμη περισσότερο την πολυμορφία του υλικού, μπορούμε να πούμε ότι διακρίνονται δύο βασικοί τύποι του Mundus Imaginalis: ο Mundus των οραματιστών και ο Mundus των κοσμολόγων.

Ο Mundus Imaginalis των οραματιστών – ένα παράδειγμα. Για να παραμείνουμε στο Ισλάμ, ο «Κόσμος της Εικόνας» των Σούφι είναι ένας «τόπος» μυστικός όπου σωματοποιούνται τα πνεύματα και πνευματοποιούνται τα σώματα. Κάθε αντικείμενο του αισθητού κόσμου έχει εκεί το ανάλογό του, που είναι ακατάληπτο από τις αισθήσεις. Σε αυτόν τον κόσμο των αναλογιών, υπάρχει «ένας ουρανός, μια γη, ένας ωκεανός, ζώα, φυτά και άνθρωποι ουράνιοι» που μπορείς να τα δεις με τη σμαράγδινη όραση. Αυτή η «Χώρα των οραμάτων» (όπου βρίσκονται οι αρχέτυπες μορφές των σκέψεων και των αισθημάτων μας), τοποθετείται πέρα από το κοσμικό όρος Καφ: ξεκινά από την κυρτή επιφάνεια της Ένατης Σφαίρας, της Σφαίρας των Σφαιρών, που περικλείει το σύνολο του κόσμου. Βρίσκεται –με άλλα λόγια– έξω από το κοσμικό Ωόν, γι' αυτό και ένα άλλο της όνομα είναι «Χώρα του Πουθενά»... Αποκαλείται, επίσης και Όγδοη Περιοχή (όγδοο κλίμα), γιατί βρίσκεται πέρα από τις επτά περιοχές του αισθητού κόσμου. Εκεί, στο βασίλειο των «λεπτών σωμάτων» υπάρχουν αναρίθμητες πόλεις: Jabalca, Jabarsa και Hurqalya, η πόλη του σμαραγδιού. Πόλεις με παράξενα ονόματα, για τις οποίες μιλούν οι Σούφι στις ιστορίες που αφηγούνται τα μυητικά τους «ταξίδια»: η Πόλη των Ανθισμένων Λουλουδιών, η Διαυγής Πόλη και η Γαλήνια Πόλη. Μια ολόκληρη αόρατη γεωγραφία που περιγράφεται με λεπτομέρειες. Εκεί επιστρέφει ο ήρωας του Σουχραβάρντι στην Αφήγηση της Δυτικής Εξορίας: στο Βασίλειο του Σαβά, στην Υεμένη, στην «απαγορευμένη περιοχή» της Ανατολής των Φώτων (4).

Η Φαντασία είναι, ως Imaginatio, ένας τρόπος σκέψης, και από μία άποψη, και είτε μας αρέσει είτε δεν μας αρέσει, ο μόνος τρόπος σκέψης. Στην καρδιά κάθε γνώσης και κάθε επιστήμης, βρίσκεται η Φαντασία. Γιατί η ίδια η ουσία του παντός είναι η Φαντασία.
Ο συνηθισμένος τρόπος σκέψης θεωρεί αυτόματα τη Φαντασία κάτι το δημιουργικό. Όμως εκείνο που πρωτίστως κάνει η Φαντασία είναι να καταστρέφει, να καταστρέφει δημιουργώντας, να καταστρέφει τη δεδομένη εικόνα του κόσμου.
Αν η «αλήθεια» είναι το παράδοξο συμβάν της φανέρωσης του άρρητου, του μη-αναπαριστώμενου, ας μην μας διαφεύγει τότε ότι αυτή η φανέρωση λαμβάνει χώρα μέσα από μορφές φανταστικές: μέσα από τις μορφές της Φαντασίας συμβαίνει κάτι που βρίσκεται πέρα από τις μορφές. Η ειδωλολατρία της σκέψης και της «μίας και μοναδικής αλήθειας» ξεκινάει τη στιγμή ακριβώς κατά την οποία ο ρόλος της Φαντασίας υποτιμάται, μπαίνει στο περιθώριο, λησμονείται.

Ο Mundus Imaginalis των κοσμολόγων, από την άλλη, είναι και αυτός ένας κόσμος αναλογιών, με τη διαφορά ότι η «κοσμολογική Φαντασία» (υπάρχουν κι εδώ διάφοροι τύποι) τείνει να αναφέρεται πάντοτε στο αισθητό, δεν το χάνει ποτέ από τα μάτια της. Ένα ανάγλυφο παράδειγμα είναι αυτά που διδάσκει τον 16ο αιώνα ο Παράκελσος στο Liber Paragranum, στο τιτάνιο εγχείρημά του να θεμελιώσει μία νέα ιατρική πάνω στην Αλχημεία, ή, για την ακρίβεια, πάνω στη Σπαγειρία: «Η μέλισσα [το μελισσόχορτο] δεν είναι μόνο στον κήπο, αλλά και στον αέρα και στον ουρανό. Ο Κρόνος δεν είναι μόνο στον ουρανό, μα και βαθιά στη γη και στον ωκεανό. Τί είναι η Αφροδίτη παρά η αρτεμισία που φυτρώνει στον κήπο σας; Τί είναι ο σίδηρος παρά ο Άρης; Δηλαδή, Αφροδίτη και αρτεμισία είναι και οι δύο παράγωγα της ίδιας ουσίας, και ο Άρης και ο σίδηρος εκδηλώσεις της ίδιας αιτίας. Τί είναι το σώμα το ανθρώπινο, παρά ένας αστερισμός των ίδιων των δυνάμεων εκείνων που διαμόρφωσαν τα άστρα στον ουρανό;».
Ο Παράκελσος έλεγε επίσης ότι η φαντασία είναι ένας ήλιος μέσα στην ψυχή του ανθρώπου (η φαντασία είναι ηλιακή ή σεληνιακή, αναλόγως) και ότι ο ουρανός είναι ένα χωράφι «στο οποίο η φαντασία του ανθρώπου ρίχνει τους σπόρους της». Η τελευταία αυτή φράση υπαινίσσεται μια απόκρυφη θεωρία για τη «δημιουργό φαντασία», τη θεωρία των ακτίνων ή θεωρία της παγκόσμιας ακτινοβολίας (5).

Στο βασικό έργο που διαπραγματεύεται τη θεωρία των ακτίνων, το De Radiis του Αλ-Κίντι (σώζεται μόνο σε λατινικά χειρόγραφα, τα παλαιότερα είναι του 12ου αιώνα), ο Άραβας φιλόσοφος εισέρχεται στο ζήτημα της Imaginatio ξεκινώντας από την κλασική διάκριση μεταξύ φύσης και τέχνης και τοποθετεί την ανθρώπινη φαντασία από την πλευρά της τέχνης: φαντασία είναι η ικανότητα να σχηματίζεις τη μορφή ενός πράγματος ως νοητική εικόνα, η οποία έπειτα θα εντυπωθεί στην ύλη μέσω του ανθρώπινου έργου, μέσω της τέχνης. Πατώντας στην ερμητική διδασκαλία για τον άνθρωπο–μικρόκοσμο σημειώνει την αναλογία που παρατηρείται ανάμεσα στη δράση της παγκόσμιας αρμονίας (του Μακρόκοσμου) και της «αναλογικής ύπαρξης» του ανθρώπου. Όπως η παγκόσμια αρμονία κινεί τα πράγματα διαμέσου των ακτίνων, κατ’αναλογία ο άνθρωπος χρησιμοποιεί νοητικές εικόνες για να δημιουργήσει και να δράσει πάνω στην ύλη, δηλαδή σε κάτι εξωτερικό ως προς τον ίδιο. Με αυτή την έννοια, οι νοητικές εικόνες είναι και αυτές ακτίνες, μέρος της παγκόσμιας ακτινοβολίας. Ο Αλ-Κίντι αναφέρεται συγκεκριμένα στο spiritus της imaginatio, στο πνεύμα της imaginatio, και υποστηρίζει ότι οι νοητικές εικόνες και τα είδωλα των πραγμάτων είναι της ίδιας φύσης (τα «είδωλα», οι ακτίνες που εκπέμπουν τα ίδια τα πράγματα, οι «ακτίνες των στοιχείων»). Το spiritus της Imaginatio παράγει «ομοιότητες» (αναλογίες), με άλλα λόγια εκπέμπει «ακτίνες». Όπως τα ίδια τα πράγματα εκπέμπουν ακτίνες, «ομοιότητες», αναλογίες, εικόνες, είδωλα, simulacra: είναι αυτή η αρχαία διδασκαλία, γνωστή από τον Δημόκριτο, που έρχεται ξανά στο φως, σε όλη της την πολυπλοκότητα, στο De Radiis. Και μετά τον Αλ-Κίντι, οι έννοιες εικόνα–είδωλο–αναλογία–simulacrum–ακτίνα, με την πολυσημία που κουβαλούν, θα εμφανιστούν σε κλασικά έργα της «κοσμολογικής Φαντασίας» όπως το De multiplicatione specierum (Περί του πολλαπλασιασμού των ειδών), όπου και η οπτική θεωρία του Ρότζερ Μπέικον.
Η θεωρία των ακτίνων ανιχνεύει την αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στην αίσθηση και τη νόηση, στην όραση και στη φαντασία, από τη μία, και στα ίδια τα πράγματα, από την άλλη. Ακτινοβόλα, τα ίδια τα πράγματα, κινούμενα από την παγκόσμια ακτινοβολία, ακτινοβολούν στην Imaginatio και ακτινοβολούνται αυτά τα ίδια από την Imaginatio, που η ίδια είναι παρόμοιας ακτινοβόλας φύσης.

Η λέξη imaginatio, η οποία παραδοσιακά χρησιμοποιείται από τους Ερμητιστές της Ευρώπης, συνήθως μεταφράζεται ως «φαντασία», κυριολεκτικά όμως σημαίνει εικονοποίηση. Η Imaginatio αναφέρεται στην «αυτόνομη φαντασία», στη φαντασία ως δύναμη του μικρόκοσμου, και διακρίνεται από την απλή υποκειμενική «φαντασία», την παραγωγή «φαντασμάτων» που έχουν εφήμερη ύπαρξη και δεν υπάρχουν ανεξάρτητα από το υποκείμενο. Το ερμητικό ρητό λέει: imaginatio vera et non phantastica.
Η Imaginatio αποκαλείται και «δημιουργική φαντασία» (creative imagination) ή, καλύτερα, «δημιουργός φαντασία» (imagination créatrice, στα γαλλικά, όπου το créatrice, επίθετο και ουσιαστικό, διακρίνεται από το creative, που είναι μόνον επίθετο). Η Δημιουργός Φαντασία είναι η Φαντασία ως δύναμη του Μακρόκοσμου και του Μικρόκοσμου. Όσον αφορά τον μικρόκοσμο, ειδικότερα, ως καταλληλότερη απόδοση του όρου Imaginatio έχω προτείνει τον όρο ενορατική εικονοποίηση.
Στη Νεότερη Φιλοσοφία η δημιουργός φαντασία εμφανίζεται και με τον όρο παραγωγός φαντασία (Produktive Einbildungskraft) στον Καντ και στον Χέγκελ. Για τον Καντ η παραγωγός φαντασία είναι η πηγή των «καθαρών παραστάσεων» του χώρου και του χρόνου, σε αντίθεση με τη φαντασία που προσδιορίζεται ως reproducktive (ανα–παραγωγική) και είναι εμπειρικής φύσης, πηγή αισθητών μόνο παραστάσεων. Στον Χέγκελ, η φιλοσοφία του οποίου έχει πιο ερμητικές καταβολές (όπως πρώτος έδειξε ο Jacques d'Hondt και πιο πρόσφατα ο G.A. Magee), η παραγωγός φαντασία θεμελιακή έννοια της Αισθητικής του συλλαμβάνεται ως ενδιάμεσος τρίτος όρος ανάμεσα στο αισθητό και στο νοητό.

Αναφέρθηκα στον Καντ και στον Χέγκελ, για τον επιπλέον λόγο ότι η imaginatio της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να βάρυνε στην επιλογή από τον Henry Corbin ενός εναλλακτικού όρου για τον Mundus Imaginalis, του όρου Μεσόκοσμος (Mesocosme). Αλλά ο Corbin δεν επινόησε (όπως νόμισαν κάποιοι) αυτόν τον όρο, τον πήρε από τον Ερμητισμό (6). Σπανιότερος, βέβαια, από τον μικρόκοσμο και τον μακρόκοσμο, ο όρος μεσόκοσμος απαντάται σε ορισμένα αλχημικά κείμενα, δηλαδή σε κείμενα που δεν διαβάζει και δεν μελετά σχεδόν κανείς.
Μία αλχημική πραγματεία του 17ου αιώνα αφιερώνει έναν πίνακα, ένα συμβολικό διάγραμμα, αποκλειστικά στην έννοια του Μεσοκόσμου. Πρόκειται για το έργο που φέρει τον σημαίνοντα τίτλο Sylva Philosophorum (Δάσος των Φιλοσόφων), με τη λέξη sylva να παραπέμπει στη διπλή σημασία της αρχαίας λέξης ύλη («ύλη» και «δάσος») και συνεπώς στην Πρώτη Ύλη των αλχημιστών, στην «αρχέγονη ύλη», στο Χάος των Σοφών.
Αυτός είναι ο όγδοος πίνακας του Sylva Philosophorum και φέρει τον τίτλο Mesocosmus:



Γύρω από το διάγραμμα διαβάζουμε το ρητό: Omnibus sed paucis luceo, «Για όλους και εντούτοις για μερικούς φωτίζω».
Στο οκτάγωνο αναγράφονται οι ποιότητες των τεσσάρων στοιχείων: θερμό, υγρό, ψυχρό, ξηρό (κατά τη φορά των δεικτών του ρολογιού). Στο τετράγωνο τα τέσσερα στοιχεία: τα ενεργητικά (activa) πυρ και αήρ και τα παθητικά (passiva) ύδωρ και γη. Πυρ και γη χαρακτηρίζονται sulphurea (θειϊκά), αήρ και ύδωρ mercurialia (υδραργυρικά).
Στη βάση του τριγώνου, δύο σφαίρες: Sol και Luna, Ήλιος και Σελήνη. Από την ένωσή τους προκύπτει στην κορυφή του τριγώνου το Azoth, δηλαδή ο Υδράργυρος (μία άλλη ονομασία είναι Spiritus animatus, το «έμψυχο πνεύμα», καρπός του «αλχημικού γάμου» του spiritus και της anima, του «πνεύματος» και της «ψυχής»: του υδραργύρου και του θείου).
Και στις τρεις πλευρές του τριγώνου, που σχηματίζουν ο Sol, η Luna και το Azoth, η φράση Non est, «Μη-είναι». Άλλες τρεις γραμμές, στις οποίες αναγράφεται η λέξη Est (Είναι), συνενώνονται στο κέντρο του τριγώνου («in trigono centri»), στη σφαίρα της Φιλοσοφικής Λίθου.
Η λεζάντα (η οποία κανονικά θα έπρεπε να βρίσκεται πάνω από το διάγραμμα) γράφει: Rosa: Fac ex masculo et faemina circulum rotundum et ex eo extrahes quadrangulum. Et ex quadrangulo triangulum. Et ex triangulo fac circulum rotundum: et habebis lapidem philosophorum: (Ρόδο: Κάνε από το άρρεν και το θήλυ κύκλο και από αυτά εξάγαγε τετράγωνο. Και από το τετράγωνο τρίγωνο. Και από το τρίγωνο κάνε κύκλο: και θα αποκτήσεις τη φιλοσοφική λίθο:)

Η ίδια διδασκαλία περιέχεται σε ένα άλλο έργο της ίδιας εποχής, στην περίφημη Atalanta Fugiens του Michael Maier και συγκεκριμένα στο εικοστό πρώτο Έμβλημα:



Όπως κατά κανόνα ισχύει στα συμβολικά διαγράμματα της Αλχημείας, κάθε ένα από αυτά αποτελεί και μία σύνοψη του Έργου, του συνόλου της Ερμητικής Φιλοσοφίας. Στα διαγράμματα του Μεσόκοσμου (αν θεωρήσουμε ότι και το έμβλημα του Maier αναφέρεται κατεξοχήν στον Μεσόκοσμο, κάτι που θεωρώ βάσιμο) το κλειδί είναι ο τρίτος όρος όπως, τηρουμένων των αναλογιών, τον συνέλαβε ο Χέγκελ στην έννοια της παραγωγού φαντασίας, στα πλαίσια του Ιδεαλισμού, και όπως τον ερμήνευσε ο Corbin στα κείμενα των ισλαμικών εσωτερικών παραδόσεων. Ένας τρίτος όρος, ανάμεσα στο αισθητό και στο νοητό.

Το Έργο είναι ένας τρίτος κόσμος επειδή είναι όμοιος με τους δύο άλλους κόσμους και επειδή επανενώνει τις δυνάμεις του μακρόκοσμου και του μικρόκοσμου (Βίβλος του Ελέους, πραγματεία της σχολής του Geber)

Ο Μεσόκοσμος αποτελεί έννοια–κλειδί γιατί μας οδηγεί στην καρδιά της φιλοσοφίας, στη φιλοσοφία όπως την εννοούσαν κάποτε. Ο Αριστοτέλης, στα Μετά τα φυσικά, ορίζει την αστρονομία ως την πλησιέστερη από τις μαθηματικές επιστήμες προς τη φιλοσοφία για τον λόγο ότι η αστρονομία ασχολείται με μια ουσία που είναι και αισθητή και αιώνια (περί ουσίας αισθητής μεν αϊδίου, 1073b). Η παρατήρηση αυτή του Αριστοτέλη θα μπορούσε να μας δώσει και τον ιδανικό ίσως ορισμό της Κοσμολογικής Φαντασίας και ειδικότερα της Αλχημείας, ακριβώς επειδή η Αλχημεία ασχολείται με «ουσίες» («οντότητες») που είναι και αισθητές και αιώνιες, με άλλα λόγια και αισθητές και νοητές. Θα κατανοούσαμε τότε, επίσης, γιατί οι αλχημιστές αποκαλούνται κατά παράδοση όχι αλχημιστές αλλά Φιλόσοφοι, και γιατί η Λίθος τους ονομάζεται Φιλοσοφική Λίθος... Τί σημαίνει όταν λέμε ότι κάτι είναι «φιλοσοφικό», τί σήμαινε κάποτε.

Ο Paolo Lucarelli, ο «Τελευταίος Αλχημιστής», όπως τον αποκαλούν οι σύντροφοί του στην Ιταλία, εξέφρασε κάποτε το κρυφό, το λησμονημένο περιεχόμενο της Φιλοσοφίας με την ακόλουθη αποστροφή: «Η Αλχημεία είναι ένα όνειρο πραγματικό» (L'Alchimia è un sogno reale). Και έπαιζε, όπως πάντα, με τις λέξεις. Γιατί στα ιταλικά η λέξη reale μπορεί να σημαίνει πραγματικός, μπορεί να σημαίνει και βασιλικός. Η Αλχημεία, δηλαδή η φιλοσοφία που ασχολείται με ουσίες που είναι ταυτόχρονα αισθητές και νοητές, είναι όνειρο πραγματικό, και επειδή είναι όνειρο πραγματικό είναι όνειρο βασιλικό (7).

Χωρίς αμφιβολία το όνειρο είναι, για τους περισσότερους, η βασιλική οδός προς τον Μεσόκοσμο. Αλλά δεν είναι το όνειρο καθαυτό η πύλη του «Mundus Imaginalis», όπως δεν είναι κανένα είδος «ονειρισμού», καμία απόδραση σε φανταστικούς κόσμους, τεχνητούς παραδείσους ή «αστρικά πεδία». Η οδός, το μονοπάτι, είναι μέσω του ονείρου, εντός του ονείρου, δια του ονείρου.

Το εισαγωγικό αυτό κείμενο, αν και σχετικά μικρό σε μέγεθος διακλαδώνεται προς διάφορες κατευθύνσεις, αρκετές από τις οποίες παραμένουν εντελώς παραγνωρισμένες και ανεξερεύνητες. Θα κλείσω με κάτι που θα μπορούσε να ονομαστεί το «μυστικό», αν θέλετε, του Μεσόκοσμου. Κανείς, απ' όσο γνωρίζω, δεν έχει περιγράψει καλύτερα το μυστικό του Μεσόκοσμου, που είναι «ένα όνειρο πραγματικό», από τον Ιμπν Άραμπι (το έχω ξαναγράψει, για μένα ο Ιμπν Άραμπι είναι, μαζί με τον Γιάκομπ Μπαίμε, ίσως ο μεγαλύτερος μεταφυσικός όλων των εποχών).
Ο Ιμπν Άραμπι ονομάζει τον Μεσόκοσμο με τον όρο barzakh, λέξη η οποία στην κορανική εσχατολογία δηλώνει το εμπόδιο, το φράγμα, κατ' επέκταση το σύνορο, και στους Σούφι έχει τη σημασία του «ενδιάμεσου κόσμου», του Μεσόκοσμου. Πιο πάνω ειπώθηκε ότι ο οραματιστής του Μαλακούτ, του Μεσόκοσμου, θεάται τα πράγματα αυτού εδώ του κόσμου, αλλά τα θεάται όπως αυτά είναι στον Μεσόκοσμο. Για τον Ιμπν Άραμπι ο Μεσόκοσμος έχει αυτή την υφή, είναι ο κόσμος όπου καθετί το οποίο στον κόσμο της αισθητηριακής αντίληψης εμφανιζόταν άψυχο ζωντανεύει.
Για να υπαινιχθεί την παράδοξη πραγματικότητα του Μεσόκοσμου, ο Ιμπν Άραμπι χρησιμοποιεί ένα παράδειγμα από την καθημερινή εμπειρία. Αναφέρομαι σε ένα κείμενο που έχει αποθησαυρίσει ο Henry Corbin στο εξαιρετικό βιβλίο που αναφέρθηκε ήδη (8). Πρέπει να σημειώσω εδώ, χωρίς να επεκταθώ, ότι έχω την αίσθηση ότι ο Corbin δεν κατάφερε να εντοπίσει την απώτερη πηγή αυτών των παράξενων δοξασιών, πηγή η οποία μάλλον είναι αρκετά διαφορετικής φύσης, στον τύπο του κοσμολογικού Mundus Imaginalis που περιέγραψα προηγουμένως και όχι στον τύπο του οραματικού Mundus Imaginalis.
Η αναλογία λοιπόν που επικαλείται ο Ιμπν Άραμπι είναι απλοϊκή αλλά σοφή και για ορισμένους ενδεχομένως και αποκαλυπτική. Θα μπορούσε να ρίξει κάποιο φως ακόμη και στα αινίγματα που ταλανίζουν την «ουφολογία» (τη σχέση μας, κατά βάθος, με το «υπερφυσικό»), αν βέβαια υπάρχει ουφολογία και όχι απλώς μεταμφιεσμένη προπαγάνδα, αν με δύο λόγια υπάρχει έρευνα, καθώς η έρευνα, όπως αποδεικνύεται συνεχώς, είναι κάτι το σπάνιο, πιο σπάνιο απ' όσο πολλοί φαντάζονται.
Σύμφωνα λοιπόν με τον Ιμπν Άραμπι, ο Μεσόκοσμος είναι σαν αυτό που βλέπουμε όταν στεκόμαστε απέναντι από μία φωτεινή πηγή και μισοκλείνουμε τα μάτια. Εμφανίζονται τότε φωτεινές ακτίνες που μεγαλώνουν και μικραίνουν αναλογα με τον τρόπο που ανοιγοκλείνουμε ή τρεμοπαίζουμε τα μάτια. Ο «Κόσμος της Εικόνας» είναι σαν αυτές τις ακτίνες: οι ακτίνες δεν είναι πραγματικές, αλλά η πηγή του φωτός από την οποία αυτές προέρχονται είναι πραγματική...

Ίσως θα πρέπει να ξανασκεφτούμε το ερμητικό ρητό. Omnibus sed paucis luceo: δεν θα μπορούσε να είναι η επιγραφή στο Σπήλαιο του Πλάτωνα, στην είσοδο–έξοδο;

Δημήτρης Τσουμάνης


Σημειώσεις

1). Matila C. Ghyka, Il Numero d'Oro, Arkeios, 2009, σ. 403. Το βιβλίο αυτό είναι από τις πιο σημαντικές μελέτες όχι μόνο του Πυθαγορισμού αλλά των μεσογειακών εσωτερικών παραδόσεων εν γένει. «Ανάμεσα στη στάση του οραματιστή και εκείνη του εκούσιου τυφλού, υπάρχει θέση για μία γεωδαιτική γραμμή της σκέψης» γράφει ο ίδιος για τη μέθοδό του.
(2). Από τη βιβλιογραφία για τη βυζαντινή τέχνη θα ξεχωρίσω εδώ μία συλλογή κειμένων με τον σημαίνοντα, αν όχι κωδικό, τίτλο Περί Ύλης και Τέχνης (Αθήνα, 1971, επιμέλεια: Χρήστος Γιανναράς). Η γλώσσα που χρησιμοποιείται είναι υποδειγματική. Παραθέτω τους τίτλους τριών από τα οκτώ δοκίμια του τόμου: «Ο άνθρωπος ως Εικόνα και Μυστήριο», «Δημιουργία–ΣάρκωσηΜετάφραση» (και τα δύο του A. M. Allchin) και «Η εικόνα ως μυστηριακή παρουσία» (C. E. Putnam). Ο Φίλιπ Σέραρντ σημειώνει στο δικό του δοκίμιο για την τέχνη της Εικόνας ότι «οι πνευματικές πραγματικότητες έχουν ένα καθορισμένο μορφολογικό ισοδύναμο, ορισμένους σταθερούς κανόνες αναλογίας» (σ. 29) καθώς και ότι υπάρχει μια επιστήμη των τύπων τόσο ακριβής όσο τα μαθηματικά ή η αστρολογία (σ. 31).
(3). Παρατίθεται από τον Henry Corbin στο Corps spirituel et Terre céleste, β΄ έκδοση αναθεωρημένη, 1979, σ. 109.
(4) Βλ. στο τεύχος 128 του Strange το κείμενο του Σουχραβάρντι Αφήγηση της Δυτικής Εξορίας, σε μετάφραση και σχόλιά μου, καθώς και το συνοδευτικό άρθρο μου Υεμένη, Η Απαγορευμένη Περιοχή.
(5). Βλ. το άρθρο μου Το Απόκρυφο Τρίτο Μονοπάτι της Αλχημείας (Strange 139).
(6). Ο Corbin μελέτησε τη συμβολική γλώσσα των Ερμητιστών της Ευρώπης με σκοπό όχι να μεταφράσει απλώς αλλά να ερμηνεύσει την αντίστοιχη ερμητική γλώσσα των Περσών. Ερευνώντας την ιρανική αλχημεία, ανακάλυψε στην Imaginatio ένα «όργανο μεταστοιχείωσης του αισθητού». Βλ. τον τόμο με τον χαρακτηριστικό τίτλο L'Alchimie comme Art Hiératique (Η Αλχημεία ως Ιερατική Τέχνη) που εκδόθηκε από τον οίκο L'Herne το 1986.
(7). Είναι γνωστή η θέση του Φρόιντ ότι το όνειρο είναι η βασιλική οδός προς το Ασυνείδητο μια κάθοδος, κατ' εικόνα αλλά όχι καθ' ομοίωση της μυητικής Καθόδου στον Άδη, τα μυστικά της οποίας προσπάθησε να ξεκλειδώσει, και εν μέρει μόνο τα κατάφερε, ο σημαντικότερος επίγονος του Γιουνγκ, ο James Hillman, σε ένα έργο πολεμικής, το The Dream and the Underworld (1979), όπου παίρνει τις αποστάσεις του τόσο από τον Φρόιντ όσο και από τον Γιουνγκ.
(8). Corps spirituel et Terre céleste, σ. 170-1.



Μια πρώτη μορφή αυτού του κειμένου, πιο σύντομη, είχε δημοσιευθεί εδώ με τίτλο Μεσόκοσμος, Μικρή εισαγωγή στο βασίλειο της Imaginatio.