Από
τη σπηλιά των Τρελών ως τα ούφο με όχημα
τη Φιλοσοφία
Ο
Σουχραβάρντι, ο οραματιστής φιλόσοφος
του Ιράν, έλεγε ότι υπάρχουν τρεις, κατά
βάση, τρόποι να ατενίζεις τον ουρανό:
όπως οι κοινοί άνθρωποι και τα ζώα, όπως
οι άνθρωποι της επιστήμης, που βλέπουν
τους ουρανούς με τα μάτια των ουρανών,
και ένας τρίτος τρόπος, ανώτερος από
τους προηγούμενους, με τα μάτια της
εσωτερικής όρασης.
Ο
Henry Corbin,
μελετώντας σε
βάθος τον Σουχραβάρντι καθώς και όλα
τα παρακλάδια του ισλαμικού εσωτερισμού,
εντόπισε από την αρχή την ιδιαίτερη
σημασία της Φαντασίας και επινόησε τον
όρο imaginal για
να περιγράψει το θεμελιώδες εκείνο
στοιχείο που συγκροτεί τον μετασυμβολικό
πυρήνα των μυστικών αυτών παραδόσεων. Απέφυγε το επίθετο
imaginaire
(φανταστικός),
θεωρώντας ότι η πολυχρησιμοποιημένη
αυτή λέξη θα παρέπεμπε αναπόφευκτα στην
τρέχουσα σημασία της φαντασίας, της
imaginatio
ως
κάτι το μη πραγματικό, το ψευδές. Η
επιφύλαξη του Corbin
αποδείχθηκε
βάσιμη, πολύ περισσότερο μάλιστα αν
αναλογιστούμε ότι ούτε ο νεολογισμός
imaginal
στάθηκε
αρκετός για να διαλύσει τελείως τη
σύγχυση. Και αυτό γιατί πίσω από τη
διάκριση ανάμεσα στο φανταστικό και το
πραγματικό παραμένει πανίσχυρη η
θεμελιώδης διάκριση ανάμεσα στο αισθητό
και στο νοητό.
Στον
ισλαμικό εσωτερισμό, ιδιαίτερα στα
ιρανικά–σιϊτικά
ρεύματα, πλάι στη διάκριση ανάμεσα στο
αισθητό
και στο νοητό,
κληρονομιά του Νεοπλατωνισμού στον
οποίον αναβαπτίσθηκε η ισλαμική φιλοσοφία,
στέκει μία άλλη διάκριση
με βάση την οποία η διχοτομία αίσθησης
και νόησης τείνει να διαλυθεί, να
μεταμορφωθεί μέσα στο αναγεννώμενο
σύμπαν της ενόρασης. Πρόκειται για τη
διάκριση ανάμεσα στην Ιδέα
ως Αρχέτυπο και
στην Ιδέα–Εικόνα,
μία λεπτή, θεμελιώδη διάκριση που
διανοίγει το πεδίο για μία παράδοξη,
ασύλληπτη Μεγάλη Έκρηξη της φαντασίας:
για τη μεταμόρφωση της Φαντασίας σε
θεοφάνεια, σε ένα πεδίο πολλαπλών,
κλιμακωτών θεοφανειών.
Δύο,
κατά βάση, συμβολικοί
κόσμοι αναπαριστούν τις ενέργειες των
Ιδεών. Οι Ιδέες εκδηλώνονται ως Αρχέτυπα
στο Γιαμπαρούτ,
τον
«κόσμο
των Νοών», και ως Εικόνες στο Μαλακούτ,
τον «κόσμο της εικόνας». Ο οραματιστής
του Μαλακούτ, θεάται τα πράγματα αυτού
εδώ του κόσμου αλλά τα θεάται όπως αυτά
είναι στο Μαλακούτ... Δεν πρόκειται για
φυγή σε φανταστικούς κόσμους.
...Κάθε
στιγμή το πλάνο Κάλλος/ προβάλλει εν
ετέρα μορφή/ γητεύει την ψυχή κι
εξαφανίζεται/ Κάθε στιγμή ο Αγαπημένος/
ενδύεται κι ένα καινούριο ένδυμα
(Ρουμί)
Ο
Corbin
επινόησε
τον όρο imaginal
έχοντας
κατά νου το Μαλακούτ, ώστε να αποδώσει
στη συνέχεια την εναλλακτική, τεχνική
ονομασία του όρου, η οποία είναι alam
al-mithal,
«κόσμος
της εικόνας». Σχημάτισε έτσι τον όρο
Mundus
Imaginalis,
στα
λατινικά. Είναι μεγάλη συζήτηση. Αν, για
λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί, δεν
μπορούσε να επαφίεται πλέον στη λέξη
imago
και
στα παράγωγά της, αναρωτιέται κανείς
γιατί ο Corbin
δεν
ανακάλεσε τη λέξη εικόνα,
αντί
να καταφύγει σε αμφίβολους νεολογισμούς.
Πόσο μάλλον όταν ο ίδιος γνώριζε αρκετά
καλά την ιδιαίτερη σημασία που έχει η
λέξη εικόνα
και η έννοια του εικονίζειν
στη
θεολογία της Ορθοδοξίας. Γιατί ο
Corbin
σε
κάποιο σημείο επικαλείται τη βυζαντινή
λειτουργία, για να φέρει κοντά στον
δυτικό αναγνώστη την ούτως ή άλλως
παράδοξη έννοια του Mundus
Imaginalis. Αναφέρεται
συγκεκριμένα σε μία φράση που ψάλλει ο
Χορός πριν από την τέλεση της Θείας
Ευχαριστίας: «[ημείς] τα Χερουβείμ
μυστικώς εικονίζοντες», «εμείς που κατά
τρόπο μυστικό εικονίζουμε τα Χερουβείμ»
– κάτι που κάποτε έψελνε ο «λαός», το
εκκλησίασμα, εικονίζοντας
τους
Αγγέλους.
![]() |
«Οι τα Χερουβείμ μυστικώς
εικονίζοντες»
Οι άγγελοι της Μεγάλης Εισόδου,
από την Περίβλεπτο του Μυστρά.
Η
εικόνα παραπέμπει σε αρχαίες μυστηριακές
λατρείες
|
Αλλά
τί σημαίνει εικονίζω;
Εικονίζω
μυστικώς;
Σημαίνει «μιμούμαι το αρχέτυπο».
Παρενθετικά πρέπει να σημειωθεί ότι
και η μίμηση
έχει
ως έννοια υποστεί αλλοιώσεις ανάλογες
με εκείνες που έχει υποστεί η λέξη
εικόνα.
Αλλοιώσεις που μαρτυρούν, για να το
πούμε χωρίς περιστροφές, μία σοβαρή
διαταραχή στη σχέση του ανθρώπου με το
«υπεραισθητό», το «υπερφυσικό», ή, αν
θέλετε, το «αγγελικό».
Με
βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, όσο ελλιπή
και αν είναι αυτά, μπορούμε με βεβαιότητα
να πούμε ότι στα θεατρικού τύπου δρώμενα
των αρχαίων Μυστηρίων η
μίμηση ήταν μίμηση μορφής,
μίμηση είδους,
αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε τους
όρους που υιοθέτησαν οι φιλόσοφοι
μελετώντας τις θρησκευτικές παραδόσεις
και τις διάφορες μορφές τέχνης που
απέρρευσαν από αυτές, όπως
το έπραξε ο Αριστοτέλης μελετώντας
την τραγωδία. Μίμηση μορφής,
μίμηση είδους,
δηλαδή αναγωγή στο αρχέτυπο.
Φυσικά,
η πιο απτή μαρτυρία για το πώς ακριβώς
εννοεί η αρχαιότητα την αναγωγή στα
αρχέτυπα βρίσκεται στην τέχνη, στην
γλυπτική, όπου το αρχέτυπο, ενσαρκωμένο
στο κάλλος και στην τελειότητα της
μορφής (του «είδους») φανερώνεται ως το
καθολικό και το γενικό (το γένος).
Στη δε βυζαντινή τέχνη,
η αναγωγή στο αρχέτυπο εκκινεί από την
υπόσταση,
καθώς η θεολογία της εικόνας αποτελεί
μέρος της θεολογίας του προσώπου.
Κάλλιστα
λοιπόν ο Mundus
Imaginalis θα
μπορούσε να μεταφραστεί «Κόσμος της
Εικόνας», παραπέμποντας στη βυζαντινή
έννοια της εικόνας, ή ακόμη και Εικονικός
Κόσμος,
δηλαδή «κόσμος των Ιδεών–Εικόνων».
Αυτός ο «κόσμος» ή βασίλειο
των Αρχετύπων–Εικόνων είναι,
με μία ειδική σημασία, και το Bασίλειο
της Imaginatio.
Όπως
έλεγε ο Ιρανός Muhsin-Fayz
τον
17ο αιώνα, ο Mundus
Imaginalis
«κατέχει στην τάξη του μακρόκοσμου την
ίδια θέση που η Imaginatio
κατέχει στον μικρόκοσμο» (παρατίθεται
από τον Henry
Corbin στο
Terre
céleste et corps de résurrection).
Η
λέξη imaginatio,
η οποία παραδοσιακά
χρησιμοποιείται από τους Ερμητιστές
της Ευρώπης, συνήθως μεταφράζεται ως
«φαντασία», κυριολεκτικά όμως σημαίνει
εικονοποίηση.
Η Imaginatio αναφέρεται στην «αυτόνομη
φαντασία», στη φαντασία ως δύναμη του
μικρόκοσμου, και διακρίνεται από την
απλή υποκειμενική «φαντασία», την
παραγωγή «φαντασμάτων» που έχουν εφήμερη
ύπαρξη και δεν υπάρχουν ανεξάρτητα από
το υποκείμενο. Η Imaginatio αποκαλείται και
«δημιουργική φαντασία» (creative
imagination)
ή, καλύτερα, «δημιουργός φαντασία»
(imagination
créatrice,
στα γαλλικά, όπου το créatrice,
επίθετο και ουσιαστικό, διακρίνεται
από το créative,
που είναι μόνον επίθετο). Η Δημιουργός
Φαντασία
είναι η Φαντασία ως δύναμη του Μακρόκοσμου
και του Μικρόκοσμου. Όσον αφορά τον
μικρόκοσμο, ειδικότερα, ως καταλληλότερη
απόδοση του όρου Imaginatio
έχω προτείνει τον όρο ενορατική
εικονοποίηση.
Στη
Νεότερη Φιλοσοφία η δημιουργός
φαντασία
εμφανίζεται και με τον όρο παραγωγός
φαντασία (Produktive
Einbildungskraft)
στον Καντ και στον Χέγκελ. Για τον Καντ
η παραγωγός
φαντασία
είναι η πηγή των «καθαρών παραστάσεων»
του χώρου και του χρόνου, ενώ η φαντασία που προσδιορίζεται ως
reproduktive
(ανα–παραγωγική)
είναι εμπειρικής φύσης, πηγή αισθητών
μόνο παραστάσεων. Στον Χέγκελ, η φιλοσοφία
του οποίου έχει πιο ερμητικές καταβολές
(όπως πρώτος έδειξε ο Jacques
d'Hondt και
πιο πρόσφατα ο G.A.
Magee),
η παραγωγός φαντασία –
θεμελιακή
έννοια της Αισθητικής
του –
συλλαμβάνεται
ως ενδιάμεσος τρίτος όρος ανάμεσα στο
αισθητό και στο νοητό.
Αναφέρθηκα
στον Καντ και στον Χέγκελ, για τον
επιπλέον λόγο ότι η imaginatio
της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας
θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να βάρυνε
στην επιλογή από τον Henry
Corbin ενός εναλλακτικού
όρου για τον Mundus Imaginalis,
του όρου Μεσόκοσμος
(Mesocosme).
Αλλά ο Corbin
δεν επινόησε (όπως νόμισαν
κάποιοι) αυτόν τον όρο, τον πήρε από τον
Ερμητισμό. Σπανιότερος,
βέβαια, από τον μικρόκοσμο
και τον μακρόκοσμο,
ο
όρος μεσόκοσμος
απαντάται σε ορισμένα αλχημικά κείμενα,
δηλαδή σε κείμενα που δεν διαβάζει και
δεν μελετά σχεδόν κανείς.
Μία
αλχημική πραγματεία του 17ου αιώνα
αφιερώνει έναν πίνακα,
ένα συμβολικό διάγραμμα, αποκλειστικά
στην έννοια του Μεσοκόσμου. Πρόκειται
για το έργο που φέρει τον σημαίνοντα
τίτλο Sylva Philosophorum
(Δάσος
των Φιλοσόφων),
με τη λέξη sylva
να
παραπέμπει στη διπλή σημασία της αρχαίας
λέξης ύλη
(«ύλη»
και «δάσος») και συνεπώς στην Πρώτη
Ύλη
των αλχημιστών, στην «αρχέγονη ύλη»,
στο Χάος
των Σοφών.
Αυτός
είναι ο όγδοος πίνακας του Sylva
Philosophorum
και φέρει τον
τίτλο Mesocosmus:
Γύρω
από το διάγραμμα διαβάζουμε το ρητό:
Omnibus sed paucis luceo,
«Για
όλους και εντούτοις για μερικούς φωτίζω».
Στο
οκτάγωνο αναγράφονται οι ποιότητες των
τεσσάρων στοιχείων: θερμό, υγρό, ψυχρό,
ξηρό (κατά τη φορά των δεικτών του
ρολογιού). Στο τετράγωνο τα τέσσερα
στοιχεία: τα ενεργητικά (activa)
πυρ
και αήρ
και τα παθητικά (passiva)
ύδωρ
και γη.
Πυρ και γη χαρακτηρίζονται sulphurea
(θειϊκά),
αήρ και ύδωρ mercurialia
(υδραργυρικά).
Στη
βάση του τριγώνου, δύο σφαίρες: Sol
και
Luna,
Ήλιος
και Σελήνη. Από την ένωσή τους προκύπτει
στην κορυφή του τριγώνου το Azoth,
δηλαδή
ο Υδράργυρος
(μία άλλη ονομασία είναι Spiritus
animatus,
το
«έμψυχο πνεύμα», καρπός του «αλχημικού
γάμου» του spiritus
και
της anima,
του
«πνεύματος» και της «ψυχής»: του
υδραργύρου
και του θείου).
Και
στις τρεις πλευρές του τριγώνου, που
σχηματίζουν ο Sol, η Luna
και το Azoth, η φράση Non
est, «Μη-είναι».
Άλλες τρεις γραμμές, στις οποίες
αναγράφεται η λέξη Est
(Είναι),
συνενώνονται στο κέντρο του τριγώνου
(«in
trigono centri»),
στη
σφαίρα της Φιλοσοφικής Λίθου.
Η
λεζάντα (η οποία κανονικά θα έπρεπε να
βρίσκεται πάνω από το διάγραμμα) γράφει:
Rosa:
Fac ex masculo
et faemina circulum rotundum et ex eo extrahes quadrangulum. Et
ex quadrangulo triangulum. Et
ex triangulo fac circulum rotundum: et habebis lapidem philosophorum:
Μετάφραση:
Ρόδο: Κάνε από το άρρεν και το θήλυ
κύκλο και από αυτά εξάγαγε τετράγωνο.
Και από το τετράγωνο τρίγωνο. Και από
το τρίγωνο κάνε κύκλο: και θα αποκτήσεις
τη φιλοσοφική λίθο:
Η ίδια διδασκαλία περιέχεται σε
ένα άλλο έργο της ίδιας εποχής, στην
περίφημη Atalanta Fugiens του
Michael Maier και συγκεκριμένα
στο εικοστό πρώτο Έμβλημα:
Όπως κατά κανόνα ισχύει στα
συμβολικά διαγράμματα της Αλχημείας,
κάθε ένα από αυτά αποτελεί και μία σύνοψη
του Έργου, του συνόλου της Ερμητικής
Φιλοσοφίας. Στα διαγράμματα του Μεσόκοσμου
(αν θεωρήσουμε ότι και το έμβλημα του
Maier αναφέρεται κατεξοχήν
στον Μεσόκοσμο, κάτι που θεωρώ βάσιμο)
το κλειδί είναι ο τρίτος όρος όπως,
τηρουμένων των αναλογιών, τον συνέλαβε
ο Χέγκελ στην έννοια της παραγωγού
φαντασίας, στα πλαίσια του Ιδεαλισμού,
και όπως τον ερμήνευσε ο Corbin
στα κείμενα των ισλαμικών εσωτερικών
παραδόσεων. Ένας τρίτος όρος, ανάμεσα
στο αισθητό και στο νοητό.
Το Έργο είναι ένας τρίτος κόσμος
επειδή είναι όμοιος με τους δύο άλλους
κόσμους και επειδή επανενώνει τις
δυνάμεις του μακρόκοσμου και του
μικρόκοσμου (Βίβλος του Ελέους,
πραγματεία της σχολής του Geber)
Ο Μεσόκοσμος αποτελεί έννοια–κλειδί
γιατί μας οδηγεί στην καρδιά της
φιλοσοφίας, στη φιλοσοφία όπως την
εννοούσαν κάποτε. Ο Αριστοτέλης, στα
Μετά τα φυσικά,
ορίζει την αστρονομία ως την πλησιέστερη
από τις μαθηματικές επιστήμες προς τη
φιλοσοφία για τον λόγο ότι η αστρονομία
ασχολείται με μια ουσία που είναι και
αισθητή και
αιώνια (περί
ουσίας αισθητής μεν αϊδίου,
1073b). Η
παρατήρηση αυτή του Αριστοτέλη θα
μπορούσε να μας δώσει και τον ιδανικό
ίσως ορισμό της Αλχημείας, ακριβώς
επειδή η Αλχημεία ασχολείται με «ουσίες»
(«οντότητες») που είναι και αισθητές
και αιώνιες, με άλλα λόγια και αισθητές
και νοητές. Θα κατανοούσαμε τότε, επίσης,
γιατί οι αλχημιστές αποκαλούνται κατά
παράδοση όχι αλχημιστές αλλά Φιλόσοφοι,
και γιατί η Λίθος τους ονομάζεται
Φιλοσοφική
Λίθος... Τί
σημαίνει όταν λέμε ότι κάτι είναι
«φιλοσοφικό», τί σήμαινε κάποτε.
Ο Paolo
Lucarelli, ο
«Τελευταίος Αλχημιστής», όπως τον
αποκαλούν οι σύντροφοί του στην Ιταλία,
εξέφρασε κάποτε το κρυφό, το λησμονημένο
περιεχόμενο της Φιλοσοφίας με την
ακόλουθη αποστροφή: «Η Αλχημεία είναι
ένα όνειρο πραγματικό»...
Και έπαιζε,
όπως πάντα, με τις λέξεις. Γιατί στα
ιταλικά η λέξη reale
μπορεί να
σημαίνει πραγματικός,
μπορεί να σημαίνει και βασιλικός.
Η Αλχημεία, δηλαδή η φιλοσοφία που
ασχολείται με ουσίες που είναι ταυτόχρονα
αισθητές και νοητές, είναι όνειρο
πραγματικό, και επειδή είναι όνειρο
πραγματικό είναι όνειρο βασιλικό.
Ο Φρόιντ λέει
ότι το όνειρο είναι η βασιλική οδός προς
το Ασυνείδητο (ενώ ο Λακάν, που και αυτός
παίζει με τις λέξεις, ονομάζει το
Ασυνείδητο «το Πραγματικό»: Réel).
Χωρίς αμφιβολία το όνειρο είναι, για
τους περισσότερους, η βασιλική οδός
προς τον Μεσόκοσμο. Αλλά δεν είναι το
όνειρο καθαυτό η πύλη του «Mundus
Imaginalis», όπως
δεν είναι κανένα είδος «ονειρισμού»,
καμία απόδραση σε φανταστικούς κόσμους,
τεχνητούς παραδείσους ή «αστρικά πεδία».
Η οδός, το μονοπάτι, είναι μέσω του
ονείρου, εντός του ονείρου, δια του
ονείρου.
Το εισαγωγικό
αυτό κείμενο, αν και μικρό σε μέγεθος
διακλαδώνεται προς διάφορες κατευθύνσεις,
αρκετές από τις οποίες παραμένουν
εντελώς παραγνωρισμένες και ανεξερεύνητες.
Θα κλείσω με κάτι που θα μπορούσε να
ονομαστεί το «μυστικό», αν θέλετε, του
Μεσόκοσμου. Κανείς, απ' όσο γνωρίζω, δεν
έχει περιγράψει καλύτερα το μυστικό
του Μεσόκοσμου, που είναι «ένα όνειρο
πραγματικό», από τον Ιμπν Άραμπι (το έχω
ξαναγράψει, για μένα ο Ιμπν Άραμπι είναι,
μαζί με τον Γιάκομπ Μπαίμε, ίσως ο
μεγαλύτερος μεταφυσικός όλων των
εποχών).
Ο Ιμπν Άραμπι
ονομάζει τον Μεσόκοσμο με τον όρο
barzakh,
λέξη η οποία
στην κορανική εσχατολογία δηλώνει το
εμπόδιο, το φράγμα, κατ' επέκταση το
σύνορο, και στους Σούφι έχει τη σημασία
του «ενδιάμεσου κόσμου», του Μεσόκοσμου.
Πιο πάνω ειπώθηκε ότι ο οραματιστής του
Μαλακούτ, του Μεσόκοσμου, θεάται τα
πράγματα αυτού εδώ του κόσμου, αλλά τα
θεάται όπως αυτά είναι στον Μεσόκοσμο.
Για τον Ιμπν Άραμπι ο Μεσόκοσμος έχει
αυτή την υφή, είναι ο κόσμος όπου καθετί
το οποίο στον κόσμο της αισθητηριακής
αντίληψης εμφανιζόταν άψυχο ζωντανεύει.
Για να υπαινιχθεί
την παράδοξη πραγματικότητα του
Μεσόκοσμου, ο Ιμπν Άραμπι χρησιμοποιεί
ένα παράδειγμα από την καθημερινή
εμπειρία (το κείμενο μπορεί να βρεθεί
στο εξαιρετικό βιβλίο του Corbin
που αναφέρθηκε
παραπάνω – κατά τη γνώμη μου ο Corbin
δεν κατάφερε
να εντοπίσει την απώτερη πηγή αυτών των
παράξενων δοξασιών, πηγή η οποία πρέπει
να είναι αρκετά διαφορετικής φύσης,
λιγότερο «μυστικιστική» απ' ό,τι ο ίδιος
υποψιαζόταν, αλλά αυτό είναι ένα άλλο
θέμα στο οποίο θα αναφερθώ ίσως κάποτε).
Η αναλογία που επικαλείται ο Ιμπν Άραμπι
είναι απλοϊκή αλλά σοφή και για ορισμένους
ενδεχομένως και αποκαλυπτική. Θα μπορούσε
να ρίξει κάποιο φως ακόμη και στα
αινίγματα που ταλανίζουν την «ουφολογία»
(τη σχέση μας, κατά βάθος, με το
«υπερφυσικό»), αν βέβαια υπάρχει ουφολογία
και όχι απλώς μεταμφιεσμένη προπαγάνδα,
αν με δύο λόγια υπάρχει έρευνα, καθώς η
έρευνα, όπως αποδεικνύεται συνεχώς,
είναι κάτι το σπάνιο, πιο σπάνιο απ' όσο
πολλοί φαντάζονται.
Σύμφωνα λοιπόν
με τον Ιμπν Άραμπι, ο Μεσόκοσμος είναι
σαν αυτό που βλέπουμε όταν στεκόμαστε
απέναντι από μία φωτεινή πηγή και
μισοκλείνουμε τα μάτια. Εμφανίζονται
τότε φωτεινές ακτίνες που μεγαλώνουν
και μικραίνουν ανάλογα με τον τρόπο που
ανοιγοκλείνουμε ή τρεμοπαίζουμε τα
μάτια. Ο «Κόσμος της Εικόνας» είναι σαν
αυτές τις ακτίνες: οι ακτίνες δεν είναι
πραγματικές, αλλά η πηγή του φωτός από
την οποία αυτές προέρχονται είναι
πραγματική...
Δημήτρης Τσουμάνης
Σημείωση
Θα μπορούσα
να παραπέμψω τον αναγνώστη σε διάφορα
κείμενα που έχω δημοσιεύσει στο παρελθόν,
για παράδειγμα
στο άρθρο Η
Μυστική Κοσμολογία της Αρχιτεκτονικής
(Strange
103)
σχετικά με
τον Henry
Corbin ή για τον
ρόλο της Imaginatio
στο De
Radiis
του Αλ-Κίντι
στο άρθρο Το
Απόκρυφο Τρίτο Μονοπάτι της Αλχημείας
(Strange
139).
Επίσης, τα
περισσότερα κείμενα αυτής της σελίδας
σχετίζονται με τον έναν ή τον άλλον
τρόπο με το θέμα της Imaginatio.
Όσα δεν δύναμαι
να πω αλλιώς, τα έχω υπαινιχθεί σε μερικά
κείμενα με τον τρόπο της ποίησης (χωρίς
να έχω καταφέρει και πολλά, αλλά αυτά
είναι: για παράδειγμα, Περαχώρα,Διάσταση Τετάρτη
και DreamingTrack).